Τύπος: Πέθανε στα 83 του ο ποιητής Σταύρος Βαβούρης (Ελευθεροτυπία, 7/11/08)

στις .

Ηθοποιός και θεατής στον κόσμο της ποίησης

(Ελευθεροτυπία, 7/11/08)

Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ

081107-vavouris-120Η νεοελληνική ποίηση, από το '50 κι εδώ, έχασε μία από τις πιο πρωτότυπες φωνές της, τον Σταύρο Βαβούρη. Με εξαίρεση τον ποιητικό του πατέρα, που είναι ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης των ιστορικών προσωπείων, δεν ανιχνεύεται εύκολα άλλος ποιητικός πρόγονος. Ο Σταύρος Βαβούρης, ο οποίος πέθανε σε ηλικία 83 ετών, βγαίνει κατ' ευθείαν από την πρώτη μεταπολεμική γενιά, χωρίς να σφραγιστεί με άμεσο τρόπο από τα περιρρέοντα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα.

Ποιητής του πάθους, που δοκιμάζεται στα όρια της οδύνης, μιλάει σωματικά για τον έρωτα, συγκρατημένα και κομψά, χωρίς να κάνει δηλώσεις για τη σεξουαλική του επιλογή. Μόνο στα ποιήματα της τελευταίας εικοσαετίας και μετά την έξοδό του από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αναφέρεται ανοιχτά στην ομοφυλοφιλία του. Ομως ακόμα και τότε, απελευθερωμένος πια από τις επαγγελματικές του συμβάσεις, ο έκδηλος ερωτισμός του δεν γίνεται ποτέ απροκάλυπτος. Επίσης, την ίδια δημιουργική εποχή του, γράφει ποιήματα ποιητικής, αναζητώντας αφενός τα όρια του γλωσσικού του οργάνου και αφετέρου το στίγμα του ως ποιητή, που έχει διανύσει μια μεγάλη διαδρομή, με περισσότερα κέρδη και λιγότερες ζημίες.

Ο Σταύρος Βαβούρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1925 και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η εκ γενετής αναπηρία του δεν τον κράτησε στο σπίτι: εργάστηκε ώς και το 1984 ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση, φτάνοντας μέχρι διευθυντής σχολείου. Στα δρώμενα της ποίησης έκανε την εμφάνισή του με τη συλλογή «Εδώ, φαντάσου καλπασμούς και κύματα» (1952). Ακολούθησαν άλλες επτά συλλογές και μία επιλογή τού μέχρι τότε δημοσιευμένου έργου του, μέχρι να τυπώσει τη συγκεντρωτική έκδοση «Ποιήματα» (1977).

Αυτή είναι η πρώτη περίοδος του έργου του, η οποία κατά κύριο λόγο χαρακτηρίζεται από τη χρήση των προσωπείων. Ο Σταύρος Βαβούρης παίζει σε μια φανταστική σκηνή ως ηθοποιός και ως θεατής, αποτίοντας φόρο τιμής στην αρχαία τραγωδία και στην ελληνορωμαϊκή ιστορία. Επιλέγει να μεταμορφωθεί σε Κλυταιμνήστρα, Κασσάνδρα, Ηλέκτρα, Ορέστη, Χρυσοθέμιδα ή σε Μεσσαλίνα.

Η τελευταία ποιητική του κατάθεση έγινε το 1999, με τη συλλογή «Κι αυτά; Ισως...», κι έκτοτε σιώπησε. Είχαν προηγηθεί πέντε βιβλία, τα οποία επαινέθηκαν για τις λύσεις που δίνει στην ποιητική αφήγηση, μέσα από τα γραμματικά και φωνητικά όρια της γλώσσας. Χαρακτηριστικοί τίτλοι αυτής της τάσης του: «Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα» (τιμήθηκε με το Β' Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1986) και «Πού πήγε, ώς πού πήγε αυτό το ποίημα».

Είχε τυπώσει ακόμη τη συλλογή διηγημάτων «Εν ερημίαις και σκολιαίς» και την απόπειρα κριτικής μελέτης «Προτάσεις για την ποίηση του Αθου Δημουλά». Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά,τα γερμανικά και τα πολωνικά. Τα βιβλία του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Ερμής» και «Εστία».

Πηγή: Ελευθεροτυπία