Όταν ο Μάρλοου παντρεύτηκε τον Μώπιν

Βιβλίο

του Παναγιώτη Ευαγγελίδη

Ένας άντρας χωρίς τάσεις αυτολύπησης, χωρίς συμβατική κοινωνική ηθική αλλά με ανεπτυγμένη έγνοια για την ανθρώπινη ζωή κάνει προσωπική σταυροφορία να λύσει το μυστήριο μιας δολοφονημένης γυναίκας. Α, είναι και γκέι.

Το τελευταίο καρέ, της Λουίζ Γουέλς
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Γλασκώβη, σήμερα. Ο Ρίλκε, ένα σαραντάρης άντρας που δουλεύει σε έναν οίκο πλειστηριασμών, αδειάζει το σπίτι ενός εύπορου κυρίου που μόλις έχει πεθάνει. Ανάμεσα στα πράγματά του βρίσκει κάποιες φωτογραφίες που πιθανώς να ενοχοποιούν τον νεκρό για ένα σεξουαλικό έγκλημα. Δεν ξέρει αν το γυμνό σώμα της γυναίκας στη φωτογραφία έχει πράγματι τον λαιμό κομμένο ή αν είναι στημένη αναπαράσταση κάποιας σαδομαζοχιστικής τελετουργίας θανάτου. Ενάντια σε κάθε συμβουλή και προειδοποίηση ο Ρίλκε μπλέκεται με τον υπόκοσμο της Γλασκώβης και επιμένει να βρει στοιχεία και αποδείξεις, βάζοντας σε κίνδυνο τη ζωή του κι αυτή των γύρω του.

Ο Ρίλκε είναι ένας άντρας που πίνει, καπνίζει, δεν λέει όχι στα ναρκωτικά, και last but not least, είναι γκέι. Η σεξουαλικότητά του, παρόλο που δεν είναι θέμα του βιβλίου και της πλοκής καθεαυτής, υφαίνεται μέσα στην ιστορία όπως εκείνη του οποιουδήποτε ετεροφυλόφιλου ντετέκτιβ σ ένα αστυνομικό βιβλίο. Ο ήρωάς μας κάνει σεξ στις τουαλέτες ενός μπαρ, τον πιάνουν σε ένα πάρκο που πάει να ψωνιστεί, ερωτεύεται ένα αγόρι ανέλπιδα και κάνει έρωτα με ένα άλλο βίαια και χωρίς πολλά λόγια στα σκοτάδια ενός ερειπωμένου διαμερίσματος.

Το βιβλίο μάς παίρνει μαζί του στα περιδιαβάσματα και την εμμονή του ήρωα/ντετέκτιβ να ξετυλίξει το μυστήριο της θολής ασπρόμαυρης φωτογραφίας, που έχει παρθεί δεκαετίες πριν και κουβαλάει έτσι ήδη μια σημειολογία «ασυνειδήτου», «ανάμνησης» και «τραύματος», αφήνοντάς μας σε ένα δεύτερο επίπεδο να ανασυνθέσουμε εμείς το ψυχικό πορτραίτο του Ρίλκε. Είναι σαφές ότι η συγγραφέας αποφεύγει συνειδητά να το κάνει η ίδια προχωρώντας σε ψυχολογικές αναλύσεις και εξηγήσεις, και αυτό συνιστά ένα από τα συνειδητά στοιχεία της κατασκευής της μυθιστορίας της.

Ένας άντρας μόνος, χωρίς τάσεις αυτολύπησης, χωρίς συμβατική κοινωνική ηθική αλλά με ανεπτυγμένη την αίσθηση της συμπάθειας και της έγνοιας για την ανθρώπινη ζωή. Όσο προχωράει το μυθιστόρημα, καταλαβαίνουμε ότι η εμμονή του να ξεμπλέξει το κουβάρι του αινίγματος της πιθανά δολοφονημένης γυναίκας έχει και βαθύτερα ψυχολογικά κίνητρα. Ο ήρωας έχει ένα προσωπικό θέμα σε σχέση με τη γυναικεία οδύνη, τη δυστυχία και τον βασανιστικό θάνατο, γιατί πολύ πιθανά κάποτε ένοιωσε ότι δεν μπόρεσε – ως παιδάκι; με την αγάπη του; – να κρατήσει κάποια γυναίκα στη ζωή. Επωμίζεται λοιπόν το θέμα ως μια προσωπική σταυροφορία και ευθύνη.

Στη διάρκεια των ιχνηλατήσεων αλλά και των νυχτερινών παρεκτροπών του Ρίλκε γνωρίζουμε τα εντόσθια μίας Γλασκώβη γεμάτης κλειστές πόρτες που χρειάζονται συνθηματικές λέξεις για ν’ ανοίξουν: γνωρίζουμε το εμπόριο σεξουαλικών υπηρεσιών παντός τύπου, ρίχνουμε μια ματιά στην τρανσέξουαλ σκηνή, συναντάμε μια κοπέλα που πάσχει από AIDS και ζει σ’ ένα ενοχικό παραλήρημα προφητικού τύπου... Γνωρίζουμε επίσης την αφεντικίνα του Ρίλκε, μια γυναίκα μόνη κι αυτή, δυναμική και άμεση – από αυτές που κάθε γκέι θέλει να κάνει φίλη του – με την οποία και τελειώνει η περιπλάνηση του βιβλίου και του Ρίλκε με αυτό που μοιάζει να είναι και το μήνυμα του βιβλίου: Ψηλά το κεφάλι.

Το μυθιστόρημα δεν σε αφήνει να το παρατήσεις στιγμή· ο συνδυασμός αστυνομικής συνταγής μυστηρίου με περιθωριακούς ήρωες, σεξουαλικές διαστροφές και γενικότερους σημερινούς κοινωνικούς προβληματισμούς μαζί με μια σαφή και συνεχώς παρούσα διάσταση εσωτερικότητας το κάνει να κρατάει και τους πιο απαιτητικούς αναγνώστες λογοτεχνίας.

Η μετάφραση με εμπόδισε λίγο να απολαύσω απρόσκοπτα τη ροή του κειμένου, καθώς πολλές φορές αναρωτιόμουν ποια πρέπει να ήταν η λέξη που η συγγραφέας είχε χρησιμοποιήσει και αν το πρωτότυπο ήταν πιο σαφές από την ελληνική απόδοση.

Με δυο λόγια: Ένας γκέι ήρωας καταφέρνει να γίνει αρχετυπικός ντετέκτιβ σύγχρονων προδιαγραφών, με αδυναμίες, αυθάδεια και διστακτική τρυφερότητα. Λύνεται εδώ με γόρδιο τρόπο το «θέμα» της γκέι λογοτεχνίας, γιατί ακριβώς ενώ το βάρος της ιστορίας είναι αλλού, όλες «οι γκέι ιδιαιτερότητες» είναι επίσης εκεί αλλά αυτή τη φορά αυτονόητες. Κανείς δεν παλεύει να τις επιβάλει, κανείς δεν τις υπερασπίζεται, κανείς δεν τις καταγράφει ως κάποιο ιδιαίτερο φαινόμενο. Η δομή του πράγματος από μόνη της καταργεί τέτοιου είδους προβληματισμούς.

(1 Ψήφος)