Η φύση πάει στραβά ή οι θεωρίες;

Αφιέρωμα: γεννιόμαστε ή γινόμαστε;

του Γιώργου Καρδαρά

Ψυχολογία, βιολογία και κοινωνιολογία επιστρατεύονται για να αποδείξουν ότι η ομοφυλοφιλία είναι έμφυτη ή δημιουργείται. Είτε ισχύει το ένα είτε το άλλο, οι γκέι άντρες και γυναίκες ταλαιπωρούμαστε με αυτό το θέμα.

 

- Γεννήθηκα γκέι.
- Εγώ θα γίνω επειδή θ’ απουσιάζει πολύ ο μπαμπάς μου.

Ο Κώστας είναι τεσσάρων χρονών και θα προτιμούσε να είναι κορίτσι, «εξαιτίας των ωραίων φορεμάτων που έχουν» όπως λέει. Το κουστούμι του Μπάτμαν το θεωρεί αδιάφορο. Όταν η εξάχρονη αδελφή του βγάζει χρωματιστά πανιά και τον βασιλικό μανδύα από το μπαούλο, ο Κώστας θέλει κι εκείνος να παίξει την πριγκίπισσα. Οι γονείς του δεν πολυανησυχούν. Εάν ο Κώστας προτιμάει τα χρωματιστά, τότε ας τα φορέσει, και στο νηπιαγωγείο και στην παιδική χαρά.

Η άνεση με την οποία διαχειρίζονται οι γονείς του Κώστα το θέμα δεν είναι αυτονόητη. Οι απόψεις για το πώς πρέπει αγόρια και κορίτσια να συμπεριφέρονται «σωστά» εξακολουθούν να είναι πολύ παγιωμένες και άκαμπτες στην εποχή μας. Πολλοί γονείς ανησυχούν ότι ο γιος τους θα γίνει αδελφή ή η κόρη τους λεσβία.

Πράγματι, είναι αποδεδειγμένο ότι τα «θηλυπρεπή αγόρια» σαν τον Κώστα και τα αντίστοιχα αγοροκόριτσα έχουν περισσότερες πιθανότητες να ζήσουν μια ζωή ως ομοφυλόφιλοι. Αυτό αποτελεί σενάριο τρόμου για στενόμυαλους ανθρώπους όπως ο συντηρητικός αυστριακός πολιτικός Ewald Stadler, ο οποίος το 2005 τοποθετήθηκε με έμφαση εναντίον των «ομοφυλοφιλικών και λοιπών έκφυλων σχέσεων που έχουν αναγνωριστεί από το κράτος».

Είναι όμως «έκφυλες» αυτές οι σχέσεις; Ή μήπως η ομοφυλοφιλία είναι φυσική, κάτι που προέρχεται από τη Φύση; Ή, πάλι, μήπως είναι κάτι το επίκτητο, που «δημιουργείται» από την οικογένεια και το περιβάλλον; Και σε τελική ανάλυση, παίζει κάποιον ρόλο το από πού και πώς προέρχεται;

Στα στρατόπεδα των επιστημών μαίνεται εδώ και έναν αιώνα ένας πόλεμος σχετικά τις ρίζες του ομοφυλοφιλικού σεξουαλικού προσανατολισμού. Δύο είναι οι βασικές απόψεις που συγκρούονται μεταξύ τους:

Η βιολογική/ιατρική πλευρά αναζητά έμφυτα-σωματικά χαρακτηριστικά, όπως γονίδια ή επίδραση ορμονών στην πρώιμη εμβρυϊκή ζωή, τα οποία καθορίζουν τη σεξουαλικότητα των ατόμων.

Οι επιστήμονες της κοινωνιολογικής και πολιτισμικής πλευράς δίνουν βαρύτητα στον κοινωνικό και οικογενειακό περίγυρο, μέσα στον οποίο διαμορφώνονται η συμπεριφορά, τα συναισθήματα και η στάση του κάθε ανθρώπου στα προβλήματα και θέματα της ζωής.

Ασπαζόμενοι αυτή τη θεωρία πολλοί γονείς κατηγορούν τον εαυτό τους ότι έκαναν λάθη κατά την ανατροφή των παιδιών τους. Πολλοί μάλιστα έχουν οδηγηθεί σε απάνθρωπες προσπάθειες για να αλλάξουν τη συμπεριφορά των παιδιών τους και να επαναφέρουν μέσω «παιδαγωγικών μέτρων» τα εκτροχιασμένα ερωτικά συναισθήματα στον «σωστό» δρόμο.

Ψυχολογικό τραύμα

Στην εποχή μας εξακολουθούν να υπάρχουν φανατικοί οπαδοί αυτής της θεωρίας. Ένα παράδειγμα είναι η γερμανίδα γιατρός Christl Vonholdt, στέλεχος του φονταμενταλιστικού χριστιανικού Ινστιτούτου «Νεολαία και Κοινωνία».

Η Vonholdt υποστηρίζει ότι οι αιτίες της ομοφυλοφιλίας κρύβονται στα παιδικά μας χρόνια: «Οι άντρες που νιώθουν έλξη για το ίδιο φύλο έχουν υποστεί τραυματισμό στα παιδικά τους χρόνια από τον πατέρα τους και κατά συνέπεια εγκαταλείπουν τον ανδρισμό τους». Κατηγορεί επίσης τις μητέρες ότι «καλλιεργούν στα αγόρια τους μια αρνητική εικόνα του ανδρισμού, τα στρέφουν συναισθηματικά εναντίον του πατέρα τους και αγκιστρώνονται με τέτοιο τρόπο πάνω τους, έτσι ώστε αργότερα οι γιοι τους να είναι αδύνατο να τις αποχωριστούν».

Αυτή την κλασική θεωρία του «απόντα πατέρα» και της «υπερπροστατευτικής μητέρας» την ανέπτυξε πρώτος ο Φρόιντ. Εάν είχε δίκιο, τότε τα αγοράκια των οποίων οι πατεράδες απομακρύνονται ψυχικά και σωματικά από αυτά πρέπει με μεγάλη πιθανότητα να γίνουν ομοφυλόφιλα. Όσον δε αφορά τις λεσβιακές τάσεις, ο Φρόιντ μας φέρνει αντιμέτωπους με ριψοκίνδυνες θεωρίες, σύμφωνα τις οποίες η επιθυμία απόκτησης ενός πέους, όπως το έχουν ο αδελφός και ο πατέρας, οδηγεί σε υπερβολική υιοθέτηση του ανδρικού ρόλου συνοδευόμενη από μια προσωπική επανάσταση εναντίον του γυναικείου στοιχείου. Κατά συνέπεια, οι γυναίκες που έχουν αδερφούς θα έπρεπε να γίνονται πιο συχνά λεσβίες.

Ο άγγλος ψυχολόγος της σεξουαλικότητας Glenn Wilson γράφει στο βιβλίο του «Born Gay» (Peter Owen Publishers, 2005) ότι «καμία από αυτές τις δυο θεωρίες δεν επιβεβαιώθηκε στην πραγματικότητα. Οι ψυχαναλυτικές θεωρίες περί ομοφυλοφιλίας έχουν το επίπεδο κουβεντούλας σε πάρτυ, είναι εξίσου διασκεδαστικές όσο και μια φτηνή σαπουνόπερα, αλλά απέχουν πολύ από κάθε επιστημονική τεκμηρίωση και πραγματικότητα».

Το κακό παράδειγμα…

Από την ίδια θεωρία περί ψυχολογικού τραύματος πηγάζει και ο μύθος του κινδύνου της αποπλάνησης από ένα άτομο μεγαλύτερο σε ηλικία: Αρκεί μία πρώτη σεξουαλική επαφή για να «κολλήσει» κάποιος. Η Vonholdt υποστηρίζει ότι «το άτομο που είναι μεγαλύτερο σε ηλικία εκμεταλλεύεται τη δίψα προς το είδωλο του πατέρα που έχει το παιδί και το οδηγεί στην ομοφυλοφιλία». Με αυτές τις ακραίες θεωρίες δικαιολογούταν σε διάφορες χώρες μέχρι πρόσφατα η προστατευόμενη από τον νόμο ηλικία των αγοριών, η οποία ήταν τα 18. Τέσσερα ολόκληρα χρόνια μεγαλύτερη από την αντίστοιχη των κοριτσιών!

Το πόσο ελάχιστα αυτές οι θεωρίες απεικονίζουν την πραγματικότητα αποδεικνύεται στην πράξη μέσα στην κοινωνία, όπου οι ομοερωτικές επαφές στην εφηβική ηλικία αποτελούν πολύ συνηθισμένη πρακτική, αλλά παρ’ όλα αυτά το ποσοστό των ενηλίκων ομοφυλόφιλων δεν ξεπερνά το 10%.

Ο μύθος ότι η ομοερωτική πράξη καθαυτή είναι αφύσικη διαδικασία αναιρείται από την ίδια τη Φύση. Ο επιστήμονας Bruce Bagemihl ανάλυσε το υλικό παρατηρήσεως πολλών ειδών του ζωικού βασιλείου και μας αποκάλυψε ένα πλήρες φάσμα ομοερωτικών παιχνιδιών. Στα 450 είδη που περιγράφει στη μελέτη του, καταγράφει κάθε τρόπο με τον οποίο λαμβάνει μέρος η διαδικασία της συνουσίας: τα αρσενικά το κάνουν με τα αρσενικά, τα θηλυκά με τα θηλυκά, τα περισσότερα ζώα είναι αμφισεξουαλικά και μερικοί το προτιμούν πολύ εξειδικευμένα. Σε γενικές γραμμές, υπάρχει μια πολύ ξεκάθαρη ομοφυλοφιλική συμπεριφορά στη Φύση.

Αφού δεν γεννάμε, πώς πολλαπλασιαζόμαστε;

Για τους υποστηρικτές της «Θεωρίας της Εξέλιξης» συνεχίζει να αποτελεί στις μέρες μας ερώτημα το γεγονός, πώς η ομοφυλοφιλία υφίσταται ακόμα. Μια συμπεριφορά η οποία προφανώς δεν συμβάλλει στη διάδοση των γονιδίων θα έπρεπε κατά την κοινή λογική να είχε εξολοθρευτεί από την ίδια την Φύση, η οποία δρα προς την κατεύθυνση της αναπαραγωγής.

Οι βιολόγοι απαντούν με το επιχείρημα ότι στην εξέλιξη του είδους δεν παίζει τόσο μεγάλο ρόλο το survival of the fittest, η επιβίωση του ισχυρότερου, όπως πιστεύουν οι υποστηρικτές του Δαρβίνου, αλλά το γενετικό υλικό όλης της γενιάς. Οι γκέι και λεσβίες θα μπορούσαν να διαδραματίζουν ένα σημαντικό ρόλο στην επιβίωση ολόκληρης της οικογένειας, επειδή υποστηρίζουν τα αδέλφια τους στην ανατροφή των παιδιών, μιας που οι ίδιοι παραμένουν συνήθως άτεκνοι.

Ταμπέλες

Στην Αυστρία το 1970 το 20% των αγοριών ηλικίας 16 και 17 χρονών δήλωναν ότι είχαν σεξουαλικές εμπειρίες με ένα άλλο αγόρι στο παρελθόν. Στις μέρες μας το ποσοστό μειώθηκε κατά μερικούς στο 2%. Η νεολαία σκέφτεται στις μέρες μας με «ταμπέλες» και αποκαλεί τις ομοερωτικές εμπειρίες "αδελφίστικες" και κανείς δεν θέλει να θεωρείται αδελφή. Ο Christian Hogl, προπονητής του συλλόγου νεολαίας στη Βιέννη αποκαλύπτει ότι «κάποτε ο ομαδικός αυνανισμός μετά τη γυμναστική στα αποδυτήρια ήταν φυσιολογικό φαινόμενο. Τώρα όμως ο κάθε έφηβος γνωρίζει ότι αυτό αποτελεί ομοφυλοφιλική πράξη» και φοβούμενος μήπως είναι ο ίδιος «αδελφή» ή μήπως χαρακτηριστεί έτσι από τους φίλους του, το αποφεύγει.

Ένα γκάλοπ που έκανε η επιστήμονας της σεξουαλικής συμπεριφοράς Bente Træen του πανεπιστημίου Tromso σε 5000 Νορβηγούς ηλικίας 18-49 χρονών κατέγραψε ένα αποκλειστικά ομοφυλόφιλο ποσοστό στους άντρες της τάξης του 3,3%. Στις γυναίκες η μία στις 100 δήλωνε αποκλειστικά λεσβία. Ένα μικρότερο ποσοστό κατέγραψε μια μελέτη που πραγματοποιήθηκε το 2003 στο πανεπιστήμιο Dunedin της Νέας Ζηλανδίας πού έγινε σε περίπου 900 άτομα ηλικίας 26 χρονών.

Οι άντρες δήλωναν σαφή σεξουαλικό προσανατολισμό, ενώ οι γυναίκες δήλωναν μια τάση προς την αμφισεξουαλικότητα. Πάντως, κάθε δέκατη γυναίκα από τη Νορβηγία και κάθε έβδομη από τη Νέα Ζηλανδία δήλωναν ότι κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους έζησαν τουλάχιστον μια λεσβιακή εμπειρία. Ούτε οι μισοί άντρες δεν έκαναν παρόμοιες δηλώσεις και σχεδόν κανένας δεν δήλωσε αμφισεξουαλικός.

Είναι παράδοξο ότι η ενδυνάμωση του ομοφυλοφιλικού κινήματος έχει ενισχύσει αυτή τη στάση. Αντί να ανοίξει όλο το φάσμα της σεξουαλικής έκφρασης, η απελευθέρωση των ομοφυλοφίλων μάλλον καθιέρωσε την περιχαράκωση των ατόμων σε μια αποκλειστικά ετεροφυλόφιλη ή ομοφυλόφιλη σεξουαλική συμπεριφορά.

Όποιος αποφασίσει να φανερώσει τη σεξουαλική του προτίμηση, αντιμετωπίζει άλλο ένα πρόβλημα: Η δύσκολη απόφαση του coming-out πρέπει να συνοδεύεται από μια σταθερότητα στον σεξουαλικό προσανατολισμό. Στο μυαλό πολλών ανθρώπων δεν γίνεται να πεις ότι είσαι γκέι και αργότερα να δημιουργήσεις σχέση με το άλλο φύλο. Αμέσως σου αποδίδονται κατηγορίες ότι δεν άντεξες την πίεση ή διάλεξες τον εύκολο δρόμο. Η αμφισεξουαλικότητα δεν γίνεται εύκολα αποδεκτή. Ο περίγυρος, ο οποίος έχει ανάγκη να ταξινομήσει το άτομο σε κάποιο «κουτάκι» για να μπορέσει να του συμπεριφερθεί ανάλογα, απαιτεί μια ξεκάθαρη θέση και η αμφισεξουαλικότητα μπερδεύει πιο πολύ από την ομοφυλοφιλία.

Είτε από τη φύση είτε από το περιβάλλον, όλοι οι σοβαροί επιστήμονες συμφωνούν πια ότι η ομοφυλοφιλία είναι μη αναστρέψιμη. Παρόλ’ αυτά, η αυτοεκτίμηση των παιδιών που είναι λίγο διαφορετικά καταπατιέται συστηματικά. Οι επιπτώσεις είναι δραματικές. Η κατάθλιψη και οι απόπειρες αυτοκτονίας εμφανίζονται στους ομοφυλόφιλους εφήβους σε τουλάχιστον διπλάσιο ποσοστό απ’ ό,τι στους ετεροφυλόφιλους εφήβους. Περισσότερο κινδυνεύουν οι θηλυπρεπείς άντρες. Ο καναδός κοινωνιολόγος Pierre Trembley, ο οποίος ασχολείται χρόνια με τα αίτια αποπειρών αυτοκτονίας σε νέους ανθρώπους, έχει καταγράψει ότι πάνω από τις μισές απόπειρες πραγματοποιούνται από θηλυπρεπή αγόρια.

Δημιουργώντας σε αυτούς τους ανθρώπους το συναίσθημα ότι η προδιάθεσή τους είναι παρά φύσει ή έκφυλη, σίγουρα δεν λύνουμε κανένα πρόβλημα. Και σίγουρα όχι αυτό της ομοφυλοφιλίας, η οποία στη φύση δεν αποτελεί πρόβλημα, αλλά δυστυχώς την κατατάσσουμε ακόμα σε αυτή τη κατηγορία. Και όχι μόνο ο Ewald Stadler.

(1 Ψήφος)