Ξαγρυπνώντας... λεσβιακά

Βιβλίο

του Παναγιώτη Ευαγγελίδη

Γυναίκες που αγαπούν γυναίκες ανάμεσα στα χαλάσματα του βομβαρδισμένου Λονδίνου στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο από την πένα μιας καταξιωμένης λεσβίας συγγραφέα.

Η Σάρα Γουώτερς γεννήθηκε το 1966 στην Ουαλία. Μικρή ήθελε να γίνει αρχαιολόγος. Ήταν εντελώς αγοροκόριτσο αλλά μετά την εφηβεία της έκανε μια στροφή στη θηλυκότητα. Μέχρι τη στιγμή που ερωτεύτηκε μια γυναίκα, όταν πια ήταν στο πανεπιστήμιο, της άρεσαν πάντα τα αγόρια. Σπούδασε αγγλική λογοτεχνία και το διδακτορικό της είχε τον τίτλο «Τομάρια λύκων και τήβεννοι: λεσβιακή και γκέι ιστορική μυθιστοριογραφία από το 1870 μέχρι σήμερα», εργασία που της χρησίμευσε σαν υλικό για τα μελλοντικά της μυθιστορήματα. Ως μέρος της έρευνάς της διάβασε πορνογραφία του 19ου αιώνα, όπου και συνάντησε την έκφραση που θα γινόταν τίτλος του πρώτου της βιβλίου (Tipping the Velvet, 1998), το οποίο στη βικτωριανή αργκό σήμαινε γλυφομούνι. Το βιβλίο έκανε επιτυχία και έγινε μίνι σειρά τριών επεισοδίων στην αγγλική τηλεόραση. Ένα χρόνο αργότερα γράφει το δεύτερο βιβλίο της, Affinity, το οποίο διαδραματίζεται επίσης στη βικτωριανή εποχή και τον κόσμο του πνευματισμού. Ακολουθεί ένα ακόμη μυθιστόρημα, το Fingersmith, 2002, το οποίο γίνεται κι αυτό σειρά στο BBC. Το 2006 εκδίδεται το Ξαγρυπνώντας (The Night Watch).

Το Ξαγρυπνώντας τής πήρε τέσσερα χρόνια να το γράψει και διαφέρει από τα προηγούμενα και ως προς την ιστορική περίοδο αλλά και τον τρόπο που γράφτηκε. «Κάτι στην δεκαετία του ’40 μου μίλησε ξαφνικά», λέει η ίδια. Μετά από μια βικτωριανή τριλογία που της κόλλησε το όνομα της συγγραφέως του «λεσβο-βικτωριανού χαβαλέ» αφήνει πίσω της αυτή την ιστορική περίοδο και κάνει ένα άλμα στο Λονδίνο του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου και λίγο μετά.

Το Ξαγρυπνώντας κέρδισε τον έπαινο της κριτικής, ενώ προσφέρει μια διεισδυτική ματιά σε μια μεγαλύτερη ποικιλία σχέσεων από τα προηγούμενα βιβλία της. Απέδειξε ότι η Γουώτερς, συνδεδεμένη μέχρι τότε με μια συγκεκριμένη θεματολογία και ιστορική περίοδο, μπορούσε να αναπλάσει και άλλες εποχές με παρόμοια άνεση.

Το βιβλίο αφηγείται την ιστορία μερικών προσώπων, στην πλειοψηφία τους λεσβιών και γκέι, και πηγαίνει σαν πλοκή αντίστροφα, από το τέλος προς την αρχή. Καθώς κινείται προς τα πίσω απαντάει τις ερωτήσεις που έχουν δημιουργηθεί στις πρώτες σκηνές, σαν αστυνομική ιστορία.

Μια λεσβία που τριγυρίζει μόνη στο μεταπολεμικό Λονδίνο, ένα ζευγάρι γυναίκες που συζούν, ένας νεαρός πρώην φυλακισμένος που μένει με τον πρώην γηραιό του δεσμοφύλακα και τον φροντίζει. Γυναίκες που εκτελούν νυχτερινές βάρδιες και τρέχουν στα μέρη που γίνονται οι βομβαρδισμοί για να βοηθήσουν και να μεταφέρουν τραυματίες, που συναντιούνται και ερωτεύονται μέσα σε ένα καθεστώς ιδιότυπης ελευθερίας που έχουν δημιουργήσει για αυτές αλλά και για τις γυναίκες γενικότερα οι συνθήκες και οι ανάγκες του πολέμου.

Ηρωίδες με πάθη, μυστικά, σχέσεις παράνομες με τα κριτήρια της κρατούσας ηθικής. Το ότι οι περισσότερες ηρωίδες του βιβλίου είναι λεσβίες είναι γιατί η Γουώτερς είναι λεσβία και όχι γιατί ο λεσβιασμός είναι θέμα του μυθιστορήματος ή μία κατάσταση προς παρατήρηση ή κάποιου είδους εξήγηση και τοποθέτηση. «Είναι βασικά ένα μυθιστόρημα για την απογοήτευση, την απώλεια και την προδοσία», λέει η ίδια η Γουώτερς, που το έγραψε αφού διάβασε όλα τα μυθιστορήματα της εποχής του πολέμου καθώς και πολλά ημερολόγια και εφημερίδες. Ένας κριτικός των Times εκφράζει την άποψη, που βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα για ένα μελετητή της λεσβιακής λογοτεχνίας, ότι η ιδέα του Ξαγρυπνώντας πρέπει να ξεκίνησε από το διήγημα της Ράντκλιφ Χωλ (Το πηγάδι της Μοναξιάς), «Η δεσποινίς Όγκιλβυ βρίσκει τον εαυτό της», το οποίο εκδόθηκε στην αρχή της δεκαετίας του ’30 και αφηγείται την ιστορία μιας ανδροπρεπούς γυναίκας που δεν ενδιαφέρεται να παντρευτεί ή να αποκτήσει σχέσεις με το άλλο φύλο, η οποία βρίσκει την πραγμάτωσή της κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου σαν διευθύντρια της υπηρεσίας των ασθενοφόρων στο Δυτικό μέτωπο αλλά που μετά τον πόλεμο καταλήγει περισσότερο από ποτέ στο περιθώριο. Η Κέη, ο πρώτος χαρακτήρας που συναντάμε στο μυθιστόρημα της Γουώτερς, εργάζεται και αυτή στο σώμα των ασθενοφόρων και τώρα, τον δεύτερο χρόνο της ειρήνης, ζει σε ένα ετοιμόρροπο διαμέρισμα ενός κτηρίου περιτριγυρισμένου από βομβαρδισμένα χαλάσματα. Ντυμένη αντρικά περιπλανιέται έρημη στους δρόμους καπνίζοντας και συχνά την περνάνε για κάποιο «όμορφο αγόρι».

Στο τέλος της αντίστροφης πορείας του μυθιστορήματος παίρνουμε πραγματικές αποστάσεις από τη βοή και το πάθος των διαδραματιζόμενων, των ερωτικών πηγαινέλα των ηρωίδων, του πολέμου του ίδιου, που είναι το σκηνικό της ιστορίας, και μένουμε με μια μοναδική και ιδιότυπη γεύση ηρεμίας και κενού, μιας εύφορης ματαιότητας και ενός βλέμματος αποστασιοποιημένου, παθιασμένου με τη λεπτομέρεια αλλά που αναγνωρίζει τη σχετικότητά του. Ένα μυθιστόρημα ήρεμο μέσα στο χάος του πολέμου, σχεδόν έξω από τον χρόνο, χαμηλών τόνων παρά την ακρότητα των καταστάσεων, ένα παράξενο μίγμα που σίγουρα διεκδικεί μια δική του θέση στην λογοτεχνία.

Η Σάρα Γουώτερς ζει σήμερα σε ένα βικτωριανό ρετιρέ στο νοτιοανατολικό Λονδίνο που παλιά ήταν δωμάτια για τους υπηρέτες, μόνη προς το παρόν, με τις δυο της γάτες.

Στα ελληνικά έχει μεταφραστεί άλλο ένα μυθιστόρημά της με τον τίτλο Η κλέφτρα, από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Το Ξαγρυπνώντας κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτης σε μετάφραση του Αύγουστου Κορτώ, ο οποίος ετοιμάζει και τη μετάφραση του πρώτου της μυθιστορήματος.

(31 Ψήφοι)