Βλέποντας τις λεσβίες

Βιβλίο

Το 1980 και '85 διαβάζαμε ό,τι να 'ναι, αρκούσε να ξέρουμε ότι αναφέρεται με οποιοδήποτε τρόπο στις λεσβίες. Και χάλια να ήταν βοηθούσε.

της Νίκης Σταυρίδη

Η Νίκη Σταυρίδη μιλά για το πώς γεννήθηκε το βιβλίο της Βενετία Καντσά Δυνάμει φίλες, δυνάμει ερωμένες στο βιβλιοπωλείο Πολύχρωμος Πλανήτης, στις 16 Δεκεμβρίου 2010.

blepontas-tis-lesvies-01Η έκδοση του «Δυνάμει φίλες δυνάμει ερωμένες» πήγε τη σκέψη σχεδόν αυθόρμητα σε μια άλλη έκδοση, ενός βιβλίου που ήθελε να μιλήσει για τις λεσβίες, το οποίο εκδόθηκε περίπου το 1984 στην Αθήνα. Από τότε μέχρι σήμερα είναι ένα τέταρτο του αιώνα. Δεν γίνεται να συνοψίσουμε εδώ όλα όσα έγιναν στην Ελλάδα από το 1984 μέχρι το 2010 (ένα μέρος από αυτά, που αφορά τις λεσβίες, θα το βρούμε στον πρόλογο του βιβλίου της Βενετίας Καντσά). Αλλά αν θα τολμούσαμε να δούμε συγκριτικά εκείνο το πρώτο «Λεσβίες» με το σημερινό «Δυνάμει φίλες δυνάμει ερωμένες», θα δούμε σαφέστατα –ασύγκριτα– πόσο ανακτήθηκε σ' αυτό το τέταρτο του αιώνα μια λεσβιακή ταυτότητα συνυφασμένη με την αποδοχή και κατ' επέκταση με την περηφάνια γι' αυτή την ταυτότητα.

Η δίψα που έχει μια γυναίκα που ανακαλύπτει για πρώτη φορά τη διαφορετικότητά της, η ανάγκη να εξηγήσει την αλλιώτικη, «αλλόκοτη» ερωτική συμπεριφορά της και κυρίως να βρει άλλες γυναίκες να μοιραστεί την ιδιαίτερη εμπειρία – αυτό νομίζω εξακολουθεί να υφίσταται πάντα ως ανάγκη. Το 1980 και '85 διαβάζαμε ό,τι να 'ναι, αρκούσε να ξέρουμε ότι αναφέρεται με οποιοδήποτε τρόπο στις λεσβίες. Και χάλια να ήταν βοηθούσε, παρ' όλα αυτά, να δουλέψεις την κρίση σου, να πάρεις θέση. Το βιβλίο που κυκλοφόρησε για τις «Λεσβίες» το 1984 ή '85 (χωρίς όνομα συγγραφέα, χωρίς στοιχεία ταυτότητας ως βιβλίο, πέρα από το όνομα του ευκαιριακού εκδότη) τότε και τώρα είναι γεμάτο από λεκτική και ιδεολογική κακοποίηση για τις λεσβίες μ' αυτά που λέει ή που βάζει τις ίδιες να λένε. Η σκέψη πήγε σ' αυτό επειδή πέρασαν 25 χρόνια για να έχουμε άλλο ένα βιβλίο, αυτό εδώ, στα ελληνικά πράγματα, που μιλάει για τις λεσβίες στην Ελλάδα, ένα βιβλίο που να μπορεί να το πιάσει στα χέρια και να το διαβάσει μια γυναίκα ή οποιοσδήποτε θέλει να γνωρίσει κάτι για τις λεσβίες. [Ας θυμίσουμε εδώ ότι υπάρχει και η έκδοση της Λεσβιακής Ομάδας Αθήνας με σχόλια στο μυθιστόρημα της Ράντκλιφ Χολ, η οποία κυκλοφόρησε το 2009 με τον τίτλο «Πολλαπλές Αναγνώσεις στο ''Πηγάδι της μοναξιάς''»].

Χωρίς αμφιβολία η σύγκριση του βιβλίου «Λεσβίες» με τούτο εδώ είναι πρόχειρη, ακατέργαστη, αλλά υπάρχει ένα νόημα σ' αυτή τη (μη-)σχέση εκείνου του παλιού κάκιστου βιβλίου μ' αυτό εδώ το νέο. Είναι σαν να συγκρίνεις το βαθύ σκοτάδι με το άπλετο φως. Εννοώ το φως και μεταφορικά, γιατί στην Ερεσό για παράδειγμα όχι μόνο οι μέρες αλλά και οι νύχτες είναι γεμάτες φως! Το συγκρίνω με το πώς εξέφραζαν οι παλαιότερες λεσβίες το βίωμά τους: το χαρακτήριζαν με το επίθετο ζοφερό, «οι ζοφερές μέρες και νύχτες μας» έγραφε κάποια γυναίκα σε κείμενό της στο ομοφυλοφιλικό περιοδικό «Αμφί» τη δεκαετία του '80.

Ένα ζήτημα που σκέφτομαι σε σχέση μ' αυτό το βιβλίο και είναι ένα κυρίως θέμα (της κοινωνικής ανθρωπολογίας αλλά και σε πολλές άλλες συζητήσεις που αφορούν την ταυτότητα, τη διαφορετικότητα, τις μειονότητες) είναι το βλέμμα του Άλλου.

Άκουσα πρώτη φορά για την Ερεσό το 1981 ή '82 όταν μια φίλη στη γυναικεία οργάνωση που βρισκόμουν τότε (στην Αθήνα), είπε γυρίζοντας από τις καλοκαιρινές διακοπές: «Πήγαμε στη Μυτιλήνη με τον Β., και πήγαμε στην Ερεσό για-να-δούμε-τις-λεσβίες». Έβαλαν τη σκηνή τους λίγα μέτρα πιο πίσω, κοντά στις καλαμιές και "έβλεπαν τις λεσβίες", που έχτιζαν τότε καλύβες με καλάμια από τις όχθες του ποταμού και ζούσαν μέσα.

Όταν σε κοιτάζει ο Άλλος με τον τρόπο τού «πάω να δω τις λεσβίες» τότε όντως γίνεσαι Άλλος. Συνειδητοποιείς ότι είσαι Άλλος. Όχι απλά και μόνο ο εαυτός σου. Και τότε πρέπει να ψάξεις και να βρεις την ταυτότητά σου. Τότε, ακόμη μια φορά αναζητάς να βρεις τις δικές σου ανθρώπους, τις αδελφές σου –όρος που (επαν-)έφεραν στη γλώσσα οι φεμινίστριες στη Δύση– απ' όπου και το σύνθημα «sisterhood is powerful», η αδελφοσύνη των γυναικών είναι δυνατή (ισχυρή). Μπορεί η Ερεσός να είναι κατά κύριο λόγο το σκηνικό όπου πολλές γυναίκες μέσα στα χρόνια αναζήτησαν τις αδελφές τους, τις φίλες, ερωμένες, τις καθρέφτες τους· όπως κι αν τις ονομάσουμε θα έχει κάποιο νόημα. Αυτό ισχύει και για τις νεότερες γενιές. Η Ερεσός είναι ένα πέρασμα, όχι μόνο καλοκαιρινό αλλά και μια είσοδος προς έναν χώρο της επιθυμίας.

Αυτό που άλλαξε με το γεγονός ότι κρατάμε στα χέρια ένα βιβλίο για την Ερεσό, για τις γυναίκες που πάνε εκεί, είτε είναι λεσβίες, είτε θέλουν να γίνουν, είτε να παραμείνουν «οι εαυτές τους» – είναι ότι οι λεσβίες, η Ερεσός και οι γυναίκες της, δεν είναι πια μια τοπική φήμη, ένα σημείο αμηχανίας· το ντουλάπι άνοιξε, τα στόματα μίλησαν. Το «Δυνάμει φίλες δυνάμει ερωμένες» έρχεται να μπει δίπλα στα άλλα έντυπα που καθιστούν τις λεσβίες ορατές και προσιτές – και όχι πια ένα ταμπού. Απομένει βέβαια στην κάθε μια και στον καθένα να κάνει την προσωπική δουλειά του (που είναι και πολιτική), είτε αυτομόρφωση είτε αυτοανάπτυξη λέγεται, για να περπατήσει μέσα από το ταμπού, την προκατάληψη, και να βγει από αυτό, να το κοιτάξει από άλλη θέση.

Η Βενετία Καντσά ήταν ο Άλλος, η Άλλη, που δεν έμεινε από μακριά στο τσαντίρι της να κοιτάζει τις λεσβίες. Πήγε και χτύπησε την πόρτα –διένυσε την απόσταση από τον Εαυτό στον Άλλο– και είπε θέλω να σας γνωρίσω, μπήκε μέσα – περνώντας μάλιστα από τον απαραίτητο έλεγχο που ίσως –μάλλον σίγουρα– δεν ήταν πολύ απλή διαδικασία. Η δική της ορατότητα ως ανθρώπου περίεργου –όπως σωστά είναι κάθε επιστήμονας– με ενδιαφέρον για τον άλλο –όπως είναι ένας/μια κοινωνική ανθρωπολόγος– ξεκινάει από το λεσβιακό περιοδικό Μαντάμ Γκου (Δεκέμβριος του 1996) όταν για πρώτη φορά δημοσίευσε και διαβάσαμε την πρόθεσή της –μιας άγνωστης τότε ερευνήτριας– να κάνει έρευνα για διδακτορική διατριβή με θέμα τις λεσβίες στην Ελλάδα. Είχε προηγηθεί αυτή εδώ η μεταπτυχιακή εργασία για τις γυναίκες στην Ερεσό και είχε ανοίξει το δρόμο (η παρουσίαση του «Δυνάμει φίλες δυνάμει ερωμένες» ως μεταπτυχιακής εργασίας, έγινε στο περιοδικό Μαντάμ Γκου, τον Μάρτιο του 1996). Αλλά εκείνη η πρώτη δημοσιοποίηση ήδη άλλαζε κατά κράτος τον λόγο γύρω από τις λεσβίες, τον λόγο των ίδιων των λεσβιών. Από μια άποψη τότε ξεκίνησαν να (ξανά)υπάρχουν. Από κείνη την ώρα και ύστερα θα άρχιζε να τρέχει η διαδικασία να (ξανα-)γίνουν κοινωνικά υποκείμενα, που επικοινωνούν μέσα από το δημοσιοποιημένο λόγο τους. Μ' αυτή την έννοια το γεγονός ότι η Βενετία Καντσά έδωσε λόγο και χώρο στις λεσβίες, μέσα από αυτό το έργο, και λίγο πιο ύστερα με το διδακτορικό της (το «Κόρες που δεν μιλούν μητέρες που δεν ακούνε») είναι μια σημαντική πολιτική πράξη, τόσο κατά τη διάρκεια της έρευνάς της όσο και τώρα, με το «Δυνάμει φίλες δυνάμει ερωμένες» που επιτέλους έγινε βιβλίο και ουσιαστικά αποτελεί την πρώτη βιβλιογραφία για τις λεσβίες στην Ελλάδα.

Η ευχή τώρα είναι να γίνει σύντομα βιβλίο και η διδακτορική έρευνα της Βενετίας, η οποία φεύγει από την Ερεσό, ανοίγεται στην υπόλοιπη Ελλάδα και εμβαθύνει στο πώς οι λεσβίες –ή όπως λέγονται ή δεν λέγονται οι γυναίκες που αγαπάνε γυναίκες– ζούνε τις ζωές τους, τις σχέσεις τους και τις κοινότητές τους συνολικότερα

Διαβάστε επίσης:

(4 Ψήφοι)