Η οικογένεια που επιλέγουμε

Βιβλίο

Όταν το «είμαι γυναίκα» πρέπει να σημαίνει «δεν επιθυμώ γυναίκες», η καταστρατήγηση αυτού του κανόνα επισείει τη συμβολική βία του εξοβελισμού στην αφάνεια του μυστικού ή του ακατανόμαστου.

της Αθηνάς Αθανασίου

Η Αθηνά Αθανασίου αναλύει το κοινωνικοϊστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκε το βιβλίο της Βενετία Καντσά Δυνάμει φίλες, δυνάμει ερωμένες στο βιβλιοπωλείο Πολύχρωμος Πλανήτης, στις16 Δεκεμβρίου 2010.


vivlio2-01Το βιβλίο Δυνάμει φίλες, δυνάμει ερωμένες αποτυπώνει με αναλυτική σαφήνεια και ξεχωριστή ευαισθησία τις ιστορικές, κοινωνικές, πολιτικές και προσωπικές ροές που συνθέτουν τη λεσβιακή κοινότητα της Ερεσού: μια κοινότητα που λιγότερο είναι παρά συμβαίνει, μέσα από ροές αναζήτησης, εκτοπισμού, συνάντησης, αναγνώρισης, επιστροφής, συντροφικότητας, διεκδίκησης. Η Βενετία Καντσά μας παρουσιάζει, έτσι, μια κοινότητα-δρώμενο: μια κοινότητα που ανακαταλαμβάνει, αναστατώνει και επανεπινοεί τον τόπο –ως «κοινό τόπο»– διανοίγοντας περάσματα στις θεμελιακές προκείμενες του τι συνιστά «κοινότητα». Αυτή η δυναμική υποδηλώνεται με την χαρακτηριστική επανάληψη της λέξης «δυνάμει» στον τίτλο του βιβλίου. Αυτό το σημαίνον δυνάμει το υπαινίσσεται και η Νίκη Σταυρίδη στο εισαγωγικό της κείμενο: το βιβλίο, γράφει, «ερευνά το θέμα των σχέσεων ανάμεσα σε γυναίκες που είναι ή υπήρξαν και ερωτικά συνδεδεμένες μεταξύ τους» (σ. 12).

Νομίζω ότι αυτή η λέξη είναι ο συνεκτικός ιστός της ρευστής, μετακινούμενης, διαχρονικής και διατοπικής λεσβιακής κοινότητας της Ερεσού. Αυτό το «δυνάμει», αυτή η δυνατότητα διάρρηξης των διαθέσιμων μέσων αναγνώρισης της ζωής, πολύ περισσότερο της κοινής ζωής. Η δυνατότητα των γυναικών να συνδέονται μεταξύ τους ερωτικά, όταν κάτι τέτοιο ορίζεται ως πολιτισμικά αδύνατο και αδιανόητο, από τη σκοπιά του κυρίαρχου λόγου περί ερωτισμού και σεξουαλικότητας. Όταν το «είμαι γυναίκα» πρέπει να σημαίνει «δεν επιθυμώ γυναίκες», και η καταστρατήγηση αυτού του κανόνα επισείει τη συμβολική βία του εξοβελισμού στη σιωπή και στην αφάνεια του μυστικού, ή του ακατονόμαστου.[1]

Οι ρυθμιστικές προδιαγραφές του φύλου και της σεξουαλικότητας «παραβλέπουν» τις λεσβιακές μορφές κοινής ζωής υπάγοντάς τες στην κατηγορία των α-σήμαντων ζωών, δηλαδή ζωών που δεν είναι δυνατό να βιωθούν, αλλά και ζωών που δεν έχουν νόημα και σημασία. Καθώς τοποθετούνται επισφαλώς στις παρυφές της πόλης, οι λεσβιακές ζωές γίνονται αόρατες, κατασχεμένες, έγκλειστες, μη-αναγνωρισμένες και μη-αναγνωρίσιμες, τελικά μη πραγματικές και μη αξιοβίωτες.

Μια τέτοια επιχείρηση εξάλειψης ήταν και η κίνηση «αγανακτισμένων πολιτών» της τοπικής κοινωνίας της Λέσβου εναντίον της χρήσης του όρου «λεσβία» από τις λεσβίες. Τον Ιούλιο του 2008, τρεις κάτοικοι του νησιού έκαναν αγωγή διεκδικώντας να απαγορευτεί η λέξη «λεσβία» ως προσδιορισμός των γκέι γυναικών. Ισχυρίστηκαν, με χαρακτηριστική εμπάθεια στα όρια του κωμικού, ότι η σύνδεση του όρου λεσβία με τη γυναικεία ομοφυλοφιλία προσβάλλει την ταυτότητά τους. Οι ενάγοντες έχασαν τη δικαστική αγωγή. Αλλά είναι χαρακτηριστικό ότι για μια ακόμη φορά ο ηθικός πανικός οργανώθηκε γύρω από τις ευπρεπείς και καθαρές χρήσεις ενός τοπωνυμίου.

Πρόκειται για τον ηθικό πανικό που επικαλείται τον κίνδυνο της μιαρότητας, του μεταδοτικού στην κοινότητα μιάσματος: «αν πρέπει να συνεχίσετε να υπάρχετε, κάντε το μακριά από μας, μακριά από το δικό μας τόπο, τη δική μας ταυτότητα, τη δική μας ιστορία».

Η επιβεβλημένη αποξένωση στη σφαίρα του μυστικού και του «αφανέρωτου» είναι η τιμωρία που επιφυλάσσεται σε όσες και όσους παραβιάζουν τις προδιαγραφές της ετεροκανονικότητας.

Ως πρακτική ενός γλωσσικού closet, η παράλειψη, πόσω μάλλον η απάλειψη, του ονόματος επιζητεί να οριοθετήσει την επικράτεια του αναπαραστάσιμου. Τα καθαρά σύνορα της φυσικοποιημένης κοινότητας –με όλες τις εθνικές, πατριαρχικές και ομοφοβικές προδιαγραφές της αυτοχθονίας– ρυθμίζονται μέσω της βίαιης απώθησης των απρεπών και μιαρών επιτελέσεων. Αυτό είναι άλλωστε το πρόταγμα του «closet»: η σηματοδότηση μιας τοποθεσίας γλωσσικής απρέπειας στη δημόσια σφαίρα, η οριοθέτηση του εκτός τόπου και εκτός λόγου. Η επιβεβλημένη αποξένωση στη σφαίρα του μυστικού και του «αφανέρωτου» είναι η τιμωρία που επιφυλάσσεται σε όσες και όσους παραβιάζουν τις προδιαγραφές της ετεροκανονικότητας. (Ας θυμηθούμε τη σκηνή της αποκάλυψης του «τρομερού μυστικού», στην ταινία Στρέλλα του Πάνου Κούτρα).

Κατά τρόπο παράδοξο, ωστόσο, αυτός ο τόπος αφάνειας εκθέτει τα βίαια αλλά και εύθραυστα σύνορα της καθιερωμένης κανονικότητας. Όπως δείχνουν οι αφηγήσεις των συνομιλητριών της Καντσά, η μελαγχολία της αποξένωσης δεν είναι μόνο ένας τόπος καταδυνάστευσης και οδύνης αλλά και ένα πεδίο ενδεχόμενης κριτικής δράσης. Μέσα δηλαδή από την αποποίηση της απειλητικής ετερότητας, ενδέχεται να αναδυθεί η επιτελεστική υπόσχεση της αποδιάρθρωσης της κανονιστικότητας.

Το πρόταγμα της εξάλειψης από το δημόσιο λόγο, χώρο και χρόνο απορρέει από την κατασκευή της λεσβιακής υποκειμενικότητας ως έλλειψης, ατελούς υποκειμενικότητας, τερατωδώς ακατανόητης και αταξινόμητης. Σύμφωνα με το ηγεμονικό σεξουαλικό στερεότυπο της εισόδου και της περίκλεισης, που θεμελιώνεται σε μια ιδεολογία ιδιοποίησης και κατοχής, η γυναικεία ομοφυλοφιλία υπάγεται στο επίπεδο μιας επαφής ανήλικης, αόριστης, ανούσιας, ανικανοποίητης, ατελούς και ατελέσφορης, σωματικά μη επανδρωμένης ή φαλλικά ανενεργούς.[2]

Η φαλλογοκεντρική ετεροκανονικότητα ορίζει και οριοθετεί τη διμορφική οριοθέτηση της σεξουαλικής πράξης σε ανδρική διεισδυτικότητα και γυναικεία διεισδυσιμότητα ως τη μόνη «φυσική», αναπαραγωγική της ζωής, βιώσιμη και αξιοβίωτη σεξουαλικότητα. Μέσω αυτών των ρυθμιστικών προϊδεάσεων, αποσιωπήσεων και παραμορφώσεων, η λεσβιακή σχέση τοποθετείται εκτός του πολιτισμικού διανοητού της «ζωής», της «βιωσιμότητας» και του αξιοβίωτου βίου, και εννοιολογείται ως θνησιγενής, ως μια μορφή εν ζωή θανάτου, κοινωνικού θανάτου.
Γι' αυτό στην Ερεσό αποκτά ιδιαίτερο νόημα αυτή η σύνδεση που σημειώνει εύστοχα η Καντσά: η σύνδεση ανάμεσα στο coming out (έξοδος από την αφάνεια μέσω μιας αφήγησης που κοινοποιεί, αυτο-προσδιορίζει και αναγνωρίζει την ομοφυλόφιλη ταυτότητα) και το coming home (μετακίνηση προς το σπίτι, με τις συνδηλώσεις της οικειότητας, της συντροφικότητας και της αλληλοϋποστήριξης).
Με αυτή την έννοια, η λεσβιακή κοινότητα της Ερεσού συμπυκνώνει τη δομική αμφισημία του coming out: ευκαιρία εξόδου από τη βίαιη αποξένωση, αλλά και συνθήκη της βίας που αυτή η έξοδος συνεπάγεται. Το βιβλίο μας θυμίζει την αγριότητα, τις απειλές, τους ξυλοδαρμούς, τα "lesbians go home" στους τοίχους, ιδιαίτερα τις δύσκολες χρονιές 1986-88, τότε που το πρόταγμα της ετεροκανονικής καθαρότητας υπερτερούσε της τουριστικής οικονομικής ιδιοτέλειας. Θέτει, έτσι, τη διαδρομή από το coming out στο coming home στην καρδιά της αμφισημίας της κοινότητας: από τη μια, θαλπωρή της οικειότητας αλλά και, από την άλλη, διαρκής απειλή τραυματισμού εναντίον όσων δεν ανήκουν στην κοινότητα ή δεν τους αντέχει η κοινότητα – των ετερόδοξων, των ξεριζωμένων, των αλλόκοτων, των ανοίκειων, των ξένων και αποξενωμένων.

Ως αμφίσημη κρύπτη της εσωτερικευμένης ομοφοβίας, που φέρει συνδηλώσεις τόσο κρησφύγετου όσο και εγκλεισμού, το closet είναι ο μόνος τόπος από όπου μπορεί να αναπαρασταθεί η λεσβιακή, γκέι, αμφί και τρανς επιθυμία – ως άρρητη και ταυτόχρονα ακατονόμαστη, μη-πραγματική και ταυτόχρονα οδυνηρά αβίωτη. Ωστόσο, το ζητούμενο του coming out δεν είναι (απλώς) η είσοδος σε ένα εγκαθιδρυμένο από αποκλεισμούς δημόσιο χώρο, αλλά η ριζική αναδιάταξη των όρων και των ορίων που συγκροτούν το δημόσιο χώρο και λόγο.

Οι ρυθμιστικές προδιαγραφές του φύλου και της σεξουαλικότητας «παραβλέπουν» τις λεσβιακές μορφές κοινής ζωής υπάγοντάς τες στην κατηγορία των α-σήμαντων ζωών, δηλαδή ζωών που δεν είναι δυνατό να βιωθούν, αλλά και ζωών που δεν έχουν νόημα και σημασία.

Η Ερεσός αποτελεί, έτσι, πεδίο διαφορετικής επανιδιοποίησης του «σπιτιού», του «οικείου τόπου», του «καταφύγιου», της «κοινότητας», του «εμείς», των έμφυλων και σεξουαλικών ταυτοτήτων και συμμαχιών. Εκθέτοντας την εσωτερική πολυπλοκότητα και ζωτική αστάθεια όλων αυτών των όρων, και θέτοντας υπό διερώτηση τους θεμελιακούς προσδιορισμούς τους, η Ερεσός βιώνεται όλα αυτά τα χρόνια ως εναλλακτικό «σπίτι» ή μόνη «πατρίδα», όχι μόνο με τη μορφή της δυνατότητας για έξοδο από το closet αλλά και με τη μορφή της διάνοιξης προς άλλες μορφές οικειότητας, συνάθροισης, οικιακής ή μη-οικιακής συμμαχίας. Όπως λέει και η Kamala Visweswaran, «Το σπίτι, εφόσον το θέσουμε σε αμφισβήτηση, είναι ένα μέρος στο οποίο δεν έχουμε πάει ποτέ».[3]

Έτσι και η Ερεσός, παρόλο που δίνει την ανακούφιση της οικείας και ενδυναμωτικής συνύπαρξης, δεν έχει υπάρξει τόπος εφησυχασμού για τις γυναίκες, λεσβίες και άλλες, που τη ζουν. Αντίθετα, όπως αποτυπώνεται εύγλωττα στο βιβλίο, έχει υπάρξει τόπος διάσχισης και στρατηγικής οικειοποίησης των καθιερωμένων κατηγοριών ταυτότητας, σφυρηλάτησης συμμαχιών, τόπος αναστοχασμού, επανεξετάσεων και διχοστασιών. Και σίγουρα έχει υπάρξει τόπος αναταραχής: τόπος δυνητικής διάρρηξης των κανονιστικών καθεστώτων του φύλου και της σεξουαλικότητας. Τόπος όπου διαδραματίζονται, δοκιμάζονται και καθίστανται δυνατές και διανοητές εναλλακτικές μορφές κοινότητας, οικειότητας και συσχετικότητας, ή, με άλλα λόγια, αυτό που η Kath Weston ονομάζει «οικογένεια που επιλέγουμε».[4]

Το βιβλίο της Βενετίας Καντσά Δυνάμει φίλες, δυνάμει ερωμένες μας κάνει να ανυπομονούμε για τη συνέχεια αυτού του συνταρακτικού ταξιδιού, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα των νεότερων συζητήσεων για τις επιτελέσεις του διεμφυλισμού και της διασεξουαλικότητας, για την εμπειρία του φύλου και της σεξουαλικότητας πέρα από τις κατηγορίες της ταυτότητας, για τη δημιουργία νέων –νομαδικών, ενδιάμεσων και ετερογενών– κατηγοριών ή για τη διαρκή αποδόμηση των οικείων τόπων της «ταυτότητας», για την αναζήτηση στρατηγικών και συμμαχιών που δεν προσδιορίζονται αιτιοκρατικά από το φύλο των υποκειμένων της. Αυτό είναι το δυνάμει που αναγγέλλει εμφατικά ο τίτλος του βιβλίου: η Ερεσός ως ορίζοντας υλοποίησης και αναδιάταξης δυνατοτήτων για πολλαπλώς οριζόμενες φίλες και ερωμένες.

Διαβάστε επίσης:


[1] Βλ. και Judith Butler, Σώματα με Σημασία: Οριοθετήσεις του «Φύλου» στο Λόγο, μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, επιμέλεια και εισαγωγή Αθηνά Αθανασίου. Αθήνα: Εκκρεμές, 2008 [1993].

[2] Βλ. και James Faubion, Modern Greek Lessons: A Primer in Historical Constructivism. Πρίνστον: Princeton University Press, 1993, σ. 220-221.

[3] Kamala Visweswaran, Fictions of Feminist Ethnography. Μιννεάπολις: University of Minnesota Press, 1994, σ. 113.

[4] Kath Weston, Families we Choose: Lesbians, Gays, Kinship. Νέα Υόρκη: Columbia University Press, 1991.

(6 Ψήφοι)