Η τσόντα έχει τη δική της ιστορία

Αφιέρωμα: Πορνογραφία

του Κωστή Σπηλιώτη

Από τον Γκουζγκούνη και την Τίνα Σπάθη μέχρι την Τζούλια Αλεξανδράτου, η Ελλάδα παράγει πορνό. Οι γκέι/λεσβίες/αμφί/τρανς που είναι σε αυτό;

Πώς παρουσιάζονται οι γκέι, λεσβίες, αμφί, τρανς άντρες και γυναίκες στην ελληνική πορνογραφική παραγωγή μέχρι σήμερα; Το παρόν άρθρο κάνει μια ιστορική περιδιάβαση στο ελληνικό πορνό με σχετική θεματολογία, σχολιάζοντας μια σειρά από ελληνικές πορνογραφικές ταινίες, στις οποίες οι ήρωες παρουσιάζονται με την ταυτότητα του πούστη-γκέι/λεσβίας/αμφί/τραβεστί-τρανς από τους άλλους ήρωες ή από τον εαυτό τους.

Αντιθέτως δε θα ασχοληθούμε με ταινίες που περιλαμβάνουν σκηνές σεξ μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, όταν αυτά δεν (αυτό)προσδιορίζονται ως γκέι-πούστηδες/λεσβίες/αμφί/τραβεστί-τρανς. Συνεπώς θα μείνουν εκτός παρουσίασης όλες οι ελληνικές πορνογραφικές ταινίες με σκηνές σεξ μεταξύ γυναικών, καθώς οι γυναίκες αυτές δεν παρουσιάζονται ως λεσβίες η αμφί και ακολουθούν αφηγηματικά την πορνογραφική παράδοση των γυναικών που «παίζουν μεταξύ τους» μέχρι να εμφανιστεί ένα δυνατό, προικισμένο αρσενικό, για να τους προσφέρει πραγματική ικανοποίηση.

Παρότι επίσης το θέμα του άρθρου μιλάει για πούστηδες-γκέι/λεσβίες/αμφί/τραβεστί-τρανς, οι ταινίες από τη δεκαετία του '80 μιλούν ανεξαιρέτως για «πούστηδες» και «τραβεστί». Ξεφεύγει από το θέμα του άρθρου να αναλυθεί η διαφορά στις συνδηλώσεις αλλά και στην ιστορική διαδρομή ανάμεσα στους όρους «πούστης» - «γκέι» και «τραβεστί» - «τρανς», η αναγνώστρια όμως καλό είναι να έχει στο νου της ότι οι όροι δεν είναι καν συνώνυμοι (π.χ. ο γκέι δεν είναι απαραίτητα θηλυπρεπής και παθητικός σεξουαλικά, ο πούστης όμως είναι, ο/η τρανς δεν είναι απαραίτητα εργαζόμενος/η στον τομέα του σεξ, η τραβεστί όμως είναι – προσοχή μιλώ για στερεοτυπικές σημασίες, όχι για υποτιθέμενες ουσίες και δε θέλω να αγγίξω καν τη συζήτηση για την επανοικειοποίηση του όρου «πούστης» από το κίνημα, καθώς φοβάμαι ότι θα χαώσει τελείως το άρθρο).

Το παλαιότερο, πούστικο και τραβεστί πορνό

istoria-03Έχοντας αποκλείσει από την παρουσίαση τις (εντός πολλών περισσότερων εισαγωγικών) «λεσβιακές σκηνές» με βάση τα κριτήρια που παρουσιάστηκαν στον πρόλογο, για όλες τις δεκαετίες ελληνικού πορνό από το '70 ως και τα '00, μένουμε μόνο με τις παραγωγές της τραβεστί Αλόμα και του Νάσου Σπύρη/Μπέρτο (ταινίες βασικά ετεροφυλόφιλου σεξ) που περιλαμβάνουν σκηνές του Ζωρζ Τσαπέλα και ενός άλλου άγνωστου ηθοποιου σε ρόλους «πούστηδων».

Ο Ζωρζ Τσαπέλας (ψευδώνυμο προφανώς που παραπέμπει στην τσαπέλα – αρμαθιά από σύκα, οπότε και στη γνωστή χλευαστική προσφώνηση «σύκα, καλέ, σύκα») εξειδικεύτηκε στο ρόλο του «πούστη», σε ταινίες όμως που απευθύνονταν στο ετεροφυλόφιλο κοινό, και συγκεκριμένα στις «Βρώμικη παρέα» (1984) και «Πάρτα όλα μωρό μου» (1985) – στη δεύτερη από αυτές μάλιστα, η σύστασή του στο κοινό γίνεται ήδη από του τίτλους της ταινίας («στο ρόλο του πούστη Ζωρζ Τσαπέλας»). Ο Ζωρζ Τσαπέλας φέρεται επίσης να παίζει και στις ταινίες «Φλογερές Ελληνίδες» (1984) και «Ο νταβατζής της Ομόνοιας» (1985), γεγονός που δεν επιβεβαιώθηκε όμως μετά την παρακολούθηση των εν λόγω πορνο, τουλάχιστον στις συγκεκριμένες κόπιες που μου ήταν διαθέσιμες. Στις «Φλογερές Ελληνίδες» η τελευταία σκηνή του οργίου στην έπαυλη περιλαμβάνει βέβαια έναν ηλικιωμένο «πούστη», τον οποίο δύο από τους ήρωες γνώρισαν σε ένα πορνοσινεμά και καταλήγει να συμμετέχει και αυτός στο όργιο των κεντρικών ηρώων, δε μπόρεσα όμως να ταυτοποίησω το όνομα/ψευδώνυμο του ηθοποιού από τους τίτλους της ταινίας ή με κάποιον άλλο τρόπο (όλες οι παραπάνω ταίνιες έχουν γυριστεί από το μαιτρ του ελληνικού hardcore, Νάσο Σπύρη ή Μπέρτο).

Λόγω του βασικά ετεροφυλόφιλου κοινού στο οποίο απευθύνονταν οι ταινίες, αλλά και του γενικά ετεροσεξιστικού τους χαρακτήρα, αντί για τις υποθέσεις τους θα παραθέσω μόνο μια χαρακτηριστική σκηνή από την ταινία «Βρώμικη Παρέα», την οποία θεωρώ ενδεικτική για το χαρακτήρα του «πούστη» σε όλες αυτές τις ταινίες.

istoria-04Στο εξοχικό του Νίκου και της συζύγου του, Νόρας, έρχονται τρεις φίλοι, μια γυναίκα και δυο άντρες. Μαζί με την υπηρέτρια, τη Μαριέτα, τον κηπουρό και έναν ψαρά, όλοι οι παραπάνω κάνουν συνεχώς σεξ μέχρι το βράδυ των γενεθλίων της Νόρας. Τότε εμφανίζεται ο Ζωρζ Τσαπέλας με τη συνοδό του, φέρνοντας την τούρτα των γενεθλίων και καλησπερίζοντας με ακκισμούς την ομήγυρη: «Γεια σας, χρυσά μου» και ευχόμενος «Χρόνια πολλά, χρυσή μου». Στην προσωρινή του έξοδο κάποιος από την παρέα σχολιάζει «Αχ αυτός είναι πούστης και θα τη βρούμε καλά άπόψε... θα οργανώσουμε μια καλή παρτούζα». Επιστρέφοντας ο Ζώρζ αναφωνεί παίρνοντας μια καρέκλα «Αχ ας καθήσω κι εγώ η καημένη, πώς μου αρέσει να κάθομαι στα σκληρά!», ενώ πολύ σύντομα δηλώνει την ανυπομονησία του: «Ε, όλο πίνουμε και τρώμε, καμιά πούτσα δε θα φάμε;». Όταν το σεξουαλικό παιχνίδι μεταξύ των καλεσμένων αρχίζει, ο Ζωρζ παραπονιέται ότι την αφήσαν μόνη της την καημένη, αλλά σύντομα αρχίζει να κάνει στοματικό σεξ σε έναν από τους καλεσμένους, κίνηση που γίνεται αποδεκτή με ενθουσιασμό από την ομήγυρη καθώς όλοι θέλουν να παρακολουθήσουν. Σύντομα βέβαια ξαναμένει μόνος του, αλλά αποφασίζει να ανατρέψει την κατάσταση, ζητά να μεταφέρουν το τραπέζι που χωρίζει τους παρευρισκόμενους σε ζευγάρια και προτρέποντας «Ελάτε τεκνά, γύρω γύρω όλοι και στη μέση εγώ», μαζεύει όλους τους άντρες στο κέντρο του δωματιού προχωρώντας στο να κάνει διαδοχικά σε όλους στοματικό σεξ.

Είναι ενδιαφέρον ότι με την είσοδό του στο δωμάτιο ο ψαράς σχολιάζει «Τι γίνεται εδώ... Πούστηδες, γυναίκες, άντρες» και συγκεντρώνει σχεδόν με τη βία, όλες τις «πουτάνες» γύρω του, για να του κάνουν κι αυτές διαδοχικά στοματικό σεξ. Ο Ζωρζ ακούει βέβαια πολλούς επαίνους για το στοματικό σεξ που κάνει ως «πούστης». Σύντομα όμως οι άντρες εγκαταλείπουν το Ζωρζ και τον αναλαμβάνει με τη σειρά του ο ψαράς λέγοντας «Η άλλη κάθεται παραπονεμένη στο τζάκι και ρεμβάζει... Έλα εδώ μωρή αδερφή!», δηλώνοντας όμως στο στοματικό σεξ που ακολουθεί μαζί του: «Τι μαλάκας, έμεινα με την αδερφή! Δε μου σηκώνεται μωρή, με τόσες γυναίκες πώς να τη βρω μαζί σου;». Καθώς το όργιο οδηγείται στην ολοκλήρωση, η κάμερα εστιάζει στα ζευγάρια των ανδρών και γυναικών που συνευρίσκονται μεταξύ τους, αφήνοντας το Ζωρζ και τον ψαρά στο παρασκήνιο.

Η αναλυτική περιγραφή της σκηνής δεν είχε βέβαια σκοπό να πληροφορήσει για σεξουαλικές πρακτικές που είναι κάτι παραπάνω από γνωστές, αλλά να καταδείξει τα νήματα από ιδέες που υφαίνονται μέσα σε μία και μόνο πορνογραφική σκηνή: ο «πούστης» είναι ένα τρίτο φύλο παρόμοιο με τη γυναίκα, αλλά και υποδέεστερο από αυτήν (αντικείμενο χειρισμού ως πιο αδύναμη έτσι και αλλιώς), κατώτερης ποιότητας και άξιος χλευασμού τόσο ο ίδιος, όσο και το αυστηρά παθητικό σεξ που μπορεί να προσφέρει σε ένα αρσενικό, ικανός όμως να δώσει μια πικάντικη νότα στην ετεροφυλόφιλη απόλαυση. Μια καθόλου κακή περίληψη για την παλαιότερη ετεροκανονική αφήγηση σχετικά με το σεξ μεταξύ ανδρών.

istoria-02Στα τέλη της δεκαετίας του '80 η πολυμήχανη τραβεστι Αλόμα αποφασίζει να ασχοληθεί και με την παραγωγή πορνογραφικών ταινίων, γυρίζοντας αλλά και παίζοντας στην τριλογία «Τα μεγάλα καμάκια των τραβεστί» (1989), «Το κρυφό σπίτι της Μαντάμ Αλόμα» (1989) και «Οι βλάχοι προτιμούν τις τραβεστί» (1989). Και οι τρεις ταινίες έχουν γυριστεί από ό,τι φαίνεται με κάμερα χειρός (και μάλλον με χαμηλή επιδεξιότητα τόσο στη χρήση της, όσο και στη διαδικασία του μοντάζ).

Τα στερεότυπα που αναπαράγονται στα «Μεγάλα καμάκια των τραβεστί» για τη ζωή των τραβεστί δε θα ήταν συνετό να τα εκλάβουμε ως μέρος μιας συνολικής και ρεαλιστικής απεικόνισης για αυτές, συγκροτούν πάντως έναν τύπο «τραβεστί» στο ελληνικό πορνό που παρουσιάζει μια κάποια συνεκτικότητα. Για παράδειγμα, η εισαγωγική σκηνή στα «Μεγάλα καμάκια των τραβεστί» παρουσιάζει το τσόλι της Αλόμας να την εγκαταλείπει βρίζοντάς την «άι γαμήσου παλιόπουστα», επειδή αυτή αρνείται να τον πληρώνει άλλο, η Αλόμα όμως ξεσπάει σε κλάματα μόλις αυτός φύγει – αργότερα θα την επισκεφτεί στο πεζοδρόμιο, θα της αρπάξει το πορτοφόλι από τα χέρια της και θα τη ρίξει χτυπώντας τη στο δρόμο, όταν αυτή επιχειρεί να του πάρει πίσω το πορτοφόλι. Σε μια άλλη σκηνή ένα τσόλι καλεί μια τραβεστί σπίτι του, αλλά την πετάει έξω από το παράθυρο, όταν χτυπάει το κουδούνι η κοπέλα του, με την οποία θα κάνει και σεξ.

Το «Κρυφό σπίτι της Μαντάμ Αλόμα» αναπαριστά σεξουαλικές επαφές σε ένα διαμέρισμα-πορνείο, το οποίο ξεκίνησαν τρεις τραβεστί με την Αλόμα στο ρόλο της τσατσάς, κουρασμένες από τις συνεχείς επιδρομές της Αστυνομίας στη Συγγρού.

Ίσως το πιο διασκεδαστικό μέρος της τριλογίας να αποτελεί το «Οι βλάχοι προτιμούν τις τραβεστί», το οποίο είναι στο μεγαλύτερο μέρος του γυρισμένο σε λιβάδια εκτός Αθηνών αλλά και σε δρόμους κι αλάνες του κλεινού άστεως: η Αλόμα και δύο τραβεστί φίλες της κάνουν μια εκδρομή για να βρούν «αγνές, παραδοσιακές τροφές» και οδηγούνται από την Αννούλα, μια βοσκοπούλα που συναντούν να γεμίζει τη στάμνα της με νερό στο βοσκό Μήτσο, που είναι ντυμένος εύζωνας. Μετά το αναμενόμενο σεξ κάτω από τα δέντρα, η Αλόμα και οι φίλες της συναντούν την τροφαντή Βλάχα τραβεστί Βαγγέλω, στην οποία υπόσχονται ότι θα την κατεβάσουν στην Αθήνα και θα την κάνουν την πρώτη της πιάτσας, αρκεί να τους δείξει τα προσόντα της στο σεξ. Ακολουθεί ένα βουκολικό όργιο με τη βοσκοπούλα Άννα, δύο εύζωνες, τις φίλες της Αλόμας και τη Βαγγέλω, μετά το τέλος του οποίου η Αλόμα αποφασίζει να επιστρέψουν στην Αθήνα και την πιάτσα, μαζί με τη Βαγγέλω και την Αννούλα.

Μετά από μια σύντομη παρουσία στο πεζοδρόμιο η Αλόμα οδηγεί τις φίλες της, τη Βαγγέλω και την Αννούλα αλλά και δύο τσόλια, που είναι πιθανότατα οι προηγούμενοι εύζωνες, να παρακολουθήσουν ένα ντραγκ σόου με την Εύα Κουμαριανού (αειθαλώς χυμώδη στο διηνεκές) αλλά και τη Βαγγέλω, που υποδύεται τη Σοφία Βέμπο, κάνοντας lip sync στο «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του». Η ταινία κλείνει με ένα ακόμα όργιο, στο οποίο συμμετέχει όλη η παρέα που παρακολούθησε το ντράγκ σόου.

istoria-05Κλείνοντας να επισημάνω ότι χρησιμοποιήθηκε σταθερά ο όρος «τραβεστί» για τις ηρωίδες αυτών των ταινιών, όχι μόνο λόγω του ρητού αυτοπροσδιορισμού τους ως τέτοιων, αλλά κυρίως λόγω των στερεοτύπων που αναπαράγουν οι χαρακτήρες τους: εργάζονται όλες στο πεζοδρόμιο της Συγγρού ή σε κάποιο πορνείο, δε χρησιμοποιούν ούτε μια φορά τον αυτοπροσδιορισμό "γυναίκα" για την εαυτή τους και εμπλέκονται σταθερά σε παθητικό σεξ με τους άνδρες σεξουαλικούς τους συντρόφους.

Το σύγχρονο γκέι πορνό

Χρειάστηκε να περάσουν δυο δεκαετίες και κάτι από τα κινηματογραφικά πονήματα της Αλόμας μέχρι την επόμενη πορνογραφική παραγωγή με σχετικό περιεχόμενο, αυτή τη φορά όμως γκέι. Το «Καλοκαιρινό ρομάντζο» του Παναγιώτη Ευαγγελίδη προβλήθηκε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 2011 στην Αθήνα στο 5ο Post-Porn Film Festival, επανεκκινώντας το είδος εν Ελλάδι, αλλά και ταυτόχρονα διαφοροποιούμενο από την προηγούμενη ελληνική πορνογραφία με ήρωες «πούστηδες», όπως οι ταινίες του Ζωρζ Τσαπέλα.

istoria-01Το «Καλοκαιρινό ρομάντζο» υποτίθεται πως είναι η τρίτη συνέχεια ενός σινερομάντζου και ξεκινά με τον γραπτό πρόλογο «Όταν ο Άρης απολύεται από το στρατό, ο Μάνος δέχεται να τον συναντήσει, με το πρόσχημα να γίνει επιτέλους το κούρεμα που τόσο έχουν αναβάλει. Του δίνει ραντεβού ένα καλοκαιρινό απόγευμα στο σπίτι ενός ξαδέρφου, που λείπει διακοπές». Ο Μάνος φτάνει στο σπίτι μισή ώρα νωρίτερα (το ότι το κούρεμα αποτελεί πρόσχημα γίνεται εξαρχής προφανές από το γεγονός ότι ο Μάνος είναι σχετικά φαλακρός και έχει το υπόλοιπο κεφάλι ξυρισμένο), αφήνει ένα μικρό καρπούζι στο τραπέζι, βγάζει τα ρούχα του στρατού και βάζει μια αλυσίδα και τα σκουλαρίκια του, που προφανώς δε μπορούσε να φοράει μέσα στο στρατόπεδο.

Αφού ο Μάνος κάνει μπάνιο, χτυπά το κουδούνι και εμφανίζεται ο Άρης. Μετά από κάποιες στιγμές αμηχανίας, ξεκινούν το υποτιθέμενο κούρεμα, αλλά σύντομα αρχίζουν να χαϊδεύονται και οδηγούνται στο κρεβάτι. Ακολουθεί στοματικό σεξ και η διείσδυση του Άρη στο Μάνο, σύντομα όμως και οι δύο εραστές κάνουν διάλειμμα και αρχίζουν να συζητούν για την καθημερινότητα στο στρατό, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και αν αρέσει στο Μάνο ότι ο Άρης παίζει με τις ρώγες του. Η συζήτηση λήγει σε αυτό το σημείο και ο Άρης διεισδύει ξανά στο Μάνο, για να ολοκληρώσουν σε λίγο, με την υπόσχεση ότι θα κάνουν ξανά σεξ και αργότερα.

Ακολουθεί η ενότητα «Το καρπούζι και ο Χίτσκοκ», όπου οι δύο εραστές συζητούν για το καρπούζι που έφερε ο Μάνος, ενώ το τρώνε, φιλιούνται και ο Άρης αρχίζει να διαβάζει ένα βιβλίο για τον Άλφρεντ Χίτσκοκ. Στην τελευταία ενότητα «Q & A» ο σκηνοθέτης, εκτός πλάνου, αρχίζει μια συζήτηση με τους ηθοποιούς, η οποία κινείται μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας, ρωτώντας για παράδειγμα πώς τους φάνηκε το σεξ μετά το στρατό, αν θα έκαναν σχέση μεταξύ τους, αλλά και αν θα γύριζαν ποτέ πορνό. Απαντούν και οι δύο καταφατικά στην ερώτηση, ενδιαφέρον όμως έχει το σχόλιο του Άρη: «Προκαταλήψεις υπάρχουν, ή τις αφήνεις να σε εμποδίσουν ή τις ξεπερνάς». Η ταινία κλείνει με το γραπτό επίλογο «Θα συνεχιστεί άραγε η ιστορία του Μάνου ή θα μείνει απλώς σαν μια ωραία ανάμνηση ενός καλοκαιρινού απογεύματος;».

Αν και η ταινία περιλαμβάνει κάποια ενδιαφέροντα ευρήματα, που δε τα συναντάμε στην κατεστημένη πορνογραφία των μεγάλων στούντιο (γραπτός πρόλογος και επίλογος που παραπέμπουν στο βωβό κινηματογράφο και στα σινερομάντζα, χιουμοριστικό πρόσχημα του κουρέματος, πρωτότυποι τίτλοι κάποιων ενοτήτων, συζήτηση μεταξύ ρεαλιστικού και φανταστικού με τους ηθοποιούς στο τέλος της ταινίας), μπορεί πάντως να ενταχθεί χωρίς πρόβλημα στο κινηματογραφικό είδος του πορνό. Σε αντίθεση όμως με τις σκηνές από τις ταινίες του Ζωρζ Τσαπέλα κατά τη δεκαετία του '80, στο «Καλοκαιρινό Ρομάντζο» οι δύο ήρωες είναι ξεκάθαρο πως επιλέγουν συγκεκριμένα το σεξ με έναν άντρα και το απολαμβάνουν χωρίς να νιώθουν καμία ενοχή ή να χλευάζονται για αυτήν τους την επιλογή, ενώ ο Άρης αναφέρει πως διατηρεί και μία ανοιχτή σχέση με έναν άλλο άντρα.

Αν και οι ήρωες δεν το δηλώνουν ρητά ως αυτοπροσδιορισμό τους, μοιάζουν πολύ περισσότερο περήφανοι γκέι, παρά πούστηδες ή κουήρ. Σε πολιτικό-κοινωνικό επίπεδο βέβαια, η ταινία του Παναγιώτη Ευαγγελίδη επικρίθηκε από κάποιους/ες (δείτε για παράδειγμα τις σχετικές αναρτήσεις του Gay Super Hero και του Θωμά Ξωμερίτη) για το γεγονός ότι οι ηθοποιοί έκαναν σεξ χωρίς προφυλάξεις, με τους επικριτές να προτάσσουν το επιχείρημα ότι η αναπαράσταση επικίνδυνων σεξουαλικών πρακτικών στις πορνογραφικές ταινίες δεν προάγει τις ασφαλείς σεξουαλικές πρακτικές, αλλά μάλιστα αποθαρρύνει το κοινό από αυτές. Η αναλυτική συζήτηση των επιχειρημάτων υπέρ ή κατά αυτής της θέσης υπερβαίνει τη στόχευση αυτού του άρθρου, η αναγνώστρια όμως μπορεί να ακολουθήσει τους συνδέσμους των παραπάνω ιστολόγων ή να οδηγηθεί σε άλλα σχετικότερα κείμενα σε αυτό το τεύχος του 10%, που περιλαμβάνουν συναφείς συζητήσεις για το σεξ χωρίς προφυλάξεις.

Επερχόμενες παραγωγές

Την περίοδο που γράφεται το άρθρο, έχει ανακοινωθεί πως θα βγουν στο φως μέσα στους επόμενους μήνες δύο νέες πορνογραφικές παραγωγές με γκέι περιεχόμενο, μια ακόμη ταινία του Παναγιώτη Ευαγγελίδη, αλλά και η πρώτη κινηματογραφική απόπειρα του Ανδρέα Ιωαννίδη, σε παραγωγή και σκηνοθεσία του ιδίου. Ο «Απογευματινός ύπνος» του Παναγιώτη Ευαγγελίδη αποτελεί μια εναλλακτική εκδοχή για το δεύτερο μέρος της ταινίας του «Δίπτυχο», η οποία παρουσιάστηκε στο φετινό Outview Festival, το Μάη του 2011. Το δεύτερο μέρος του «Δίπτυχου» εμπνέεται σκηνικά, κινησιολογικά και ενδυματολογικά από τους πίνακες του Γιάννη Τσαρούχη «Ο χορός στη ζωή και στο θέατρο» και «Ναύτης καθιστός και γυμνό ξαπλωμένο», για να καταγράψει με καλλιτεχνικό και ίσως μετα-πορνογραφικό τρόπο την έκρηξη της σεξουαλικής έκφρασης και τη θλίψη που ακολουθεί τη συνουσία, προχωρώντας σε πλευρές του ομοερωτισμού, που δε ζωγραφίστηκαν ποτέ από τον Τσαρούχη. Ο «Απογευματινός ύπνος» από την άλλη αξιοποιεί το ίδιο σκηνικό και ενδύματα, αλλά για να αφηγηθεί ρητά και πορνογραφικά το σεξ μεταξύ δύο ανδρών, το οποίο ονειρεύεται ο ένας από τους δυο, ενόσω κοιμάται.

Σχετικά με την ταινία του Ανδρέα Ιωαννίδη, όπως δηλώνει ο ίδιος ο εκδότης, ακτιβιστής, παραγωγός ταινιών και σκηνοθέτης: «Ο τίτλος της δεν έχει οριστικοποιηθεί ακόμα, αλλά ανήκει στο είδος της μετα-cult-πορνοκωμωδίας. Το σκηνικό γνώριμο, καθημερινό. Δύο αγόρια συναντιούνται σε μια απογευματινή τους βόλτα στο πάρκο. Μια ματιά είναι αρκετή για να μας προϊδεάσει για όσα θα ακολουθήσουν. Μια ταινία βγαλμένη μέσα από τις φιγούρες που περιτριγυρίζουν στο πάρκο. Με τη συμμετοχή μιας μεταφυσικής παρουσίας-έκπληξη, η οποία καθορίζει ριζικά την παραπέρα εξέλιξη, στέλνοντας τα δικά της κοινωνικά μηνύματα.»

Επιλογικές παρατηρήσεις

Η μία και μοναδική πορνό ταινία του Παναγιώτη Ευαγγελίδη που είναι προς το παρόν διαθέσιμη στο κοινό κάνει δύσκολη την εξαγωγή συμπερασμάτων για τη δεκαετία του '10, αλλά και τη σύγκρισή της με τη δεκαετία του '80. Τόσο πάντως από το «Καλοκαιρινό ρομάντζο», όσο και από τις δηλώσεις των Ευαγγελίδη και Ιωαννίδη για τις επερχόμενες παραγωγές τους, φαίνεται ξεκάθαρα να αναπτύσσεται πλέον στην Ελλάδα μια τάση για την αναπαράσταση του σεξ μεταξύ ανδρών εκτός του πλαισίου της στρέιτ πορνογραφίας και με ήρωες γκέι άντρες που δεν ντρέπονται για τη σεξουαλικότητά τους. Ταυτόχρονα ο ρόλος του υποτιμημένου, κατώτερου «πούστη» μάλλον έχει καταλήξει εκτός μόδας στην ελληνική πορνογραφία (αν και ως γενικότερο στερεότυπο μένει ακόμη να κλονιστεί σε ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας). Δεν είναι πιθανόν άσχετο ότι και οι δύο παραγωγοί – σκηνοθέτες των ταινιών του '10 είναι ορατοί γκέι και με εμπλοκή στον ακτιβισμό των δικαιωμάτων, (με αρκετά στοιχεία βέβαια να διαφοροποιούν τη λογική των παρεμβάσεων του ενός από τον άλλο).

Οι τρανς από την άλλη είναι ακόμη αόρατες/οι στην ελληνική πορνογραφία, ενώ ούτως ή άλλως είχαν παρουσιαστεί μέσα από ένα πολύ συγκεκριμένο πρίσμα στις ταινίες της Αλόμας. Όσο για τις λεσβίες και τους/τις αμφί, παραμένουν κατ' εξακολούθηση αόρατες από καταβολής ελληνικής πορνογραφίας μέχρι και σήμερα.

Και γιατί να υπάρχουν ΛεΓκΑΤ πορνό;

Όλα τα παραπάνω σχόλια υπονοούν βέβαια μια ρητορική που υπερασπίζει την ορατότητα των λεσβιών, γκέι, αμφί και τρανς, όπως και τη θετική, ρεαλιστική τους αναπαράσταση από τα μέσα επικοινωνίας, ακόμη και από την πορνογραφία. Το ζήτημα όμως αυτό δεν είναι καθόλου λυμένο: ένας μεγάλος όγκος βιβλιογραφίας και πολιτικών δράσεων, φεμινιστικών αλλά και κουήρ, τις τελευταίες δεκαετίες μας υποψιάζει σχετικά με τους εγκλωβισμούς, τις αυτοπειθαρχίες, ακόμη και τις καταπιέσεις που μπορούν να υποδαυλίζονται, ενίοτε και να κατασκευάζονται μέσα από την πορνογραφία και τους μηχανισμούς της.

Ακολουθώντας μια από αυτές τις λογικές, θα υποστήριζε κανείς ότι το να είσαι αόρατος από την πορνογραφία προσφέρει μεγαλύτερη ελευθερία τόσο στο βλέμμα σου όσο και από το βλέμμα των άλλων, όπως και την πιθανότητα να μπορείς να αυτοεκφραστείς σεξουαλικά με λιγότερα φορτία ταυτίσεων και ματαιώσεων στο κεφάλι σου.

Το άρθρο όμως αυτό έχει ήδη αρχίσει να παίρνει επικές διαστάσεις, οπότε αφήνω το ζήτημα εκκρεμές για κάποιο επόμενο τεύχος ή για τα εδώ σχόλια. Σε κάθε περίπτωση πάντως, μια υποψιασμένη κριτική οπτική πάνω σε ό,τι έχουμε συνηθίσει να καταναλώνουμε, μπορεί να προσφέρει και προκλητικά γόνιμες εκλάμψεις σχετικά με τις (αυτο)πειθαρχίες των απολαύσεών μας.

[Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον Παναγιώτη Ευαγγελίδη και το Μιχάλη Πισσ., οι οποίοι μου προσέφεραν εύκολη πρόσβαση σε παραπάνω από το ½ των ταινιών που αναφέρθηκαν σε αυτό το άρθρο.]

(23 Ψήφοι)