Σε ποιον ανήκει το σώμα μου;

στις .

του Λύο Καλοβυρνά

bodyΕίναι Κυριακή και μια καλή φίλη να σου προτείνει να πάτε για μπάνιο. Για τις περισσότερες/ους από μας η απόφαση αν θα πάμε εξαρτάται από πρακτικά ζητήματα: ώρα, απόσταση, όρεξη, δουλειές. Όμως υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους μια πρόταση να πάνε στην παραλία δεν είναι καθόλου απλό θέμα, αφού σημαίνει ότι στην παραλία θα χρειαστεί να δείξουν το σώμα τους. Ένα σώμα που είναι λάθος.

Η σχέση που έχουμε με το σώμα μας είναι περίπλοκη. Είμαστε το σώμα μας, ταυτιζόμαστε με αυτό, δεν μπορούμε να υπάρξουμε έξω από αυτό. Ταυτόχρονα έχουμε ένα σώμα, όπως έχουμε ένα σπίτι, ένα ποδήλατο, δηλαδή είναι κάτι έξω από εμάς, κάτι που δεν είμαστε αλλά μας ανήκει. Το αποτέλεσμα αυτής της διττής σχέσης είναι συχνά να έχουμε μια συγκρουσιακή σχέση με το σώμα μας· να του φερόμαστε σαν να είναι κάτι άλλο από εμάς, κάτι ξένο που δεν είναι σύμμαχός μας, αλλά αντίθετα μας εχθρεύεται, μας βλάπτει ή και μας προδίδει.

Η σχέση μας με το σώμα μας δεν είναι ποτέ φυσική, δηλαδή δεν προκύπτει από τη φύση. Αντιθέτως, εκπαιδευόμαστε πώς να κατοικούμε στο σώμα μας. Η σχέση με το σώμα μας διαμεσολαβείται από την κοινωνική και προσωπική μας διαμόρφωση – το πώς μεγαλώσαμε ως άντρες ή γυναίκες, με αυστηρές οδηγίες για τα ποια σώματα είναι επαρκώς αρσενικά ή θηλυκά, ποια σώματα είναι επαρκώς επιθυμητά, ποια σώματα είναι σωστά, ποια λάθος, ποια σώματα είναι άσχημα, μιαρά, προβληματικά ή ανάξια να δείχνονται δημόσια.

Τα πολύ μικρά παιδιά κατοικούν στο σώμα τους φυσικά, αδιαμεσολάβητα. Όμως από πολύ νωρίς ως παιδιά εισπράττουμε σχόλια και οδηγίες για το σώμα μας, πώς πρέπει να κάθεται, να στέκεται, να (μην) κουνιέται, να περπατάει, να μιλάει. Ακόμη και η φωνή μας δεν προκύπτει φυσικά αλλά από την έμφυλη κοινωνική μας εκπαίδευση· μελέτες που έχουν γίνει σε παιδιά καταδεικνύουν ότι ακόμη και το ότι οι άντρες κατά κανόνα μιλούν πιο μπάσα και οι γυναίκες πιο ψιλά είναι προϊόν κοινωνικής εκμάθησης και όχι φύσης, καθώς ήδη από τα 4-5 έτη τα αγόρια ντρεσαριζόμαστε να ευνοούμε το βαθύ τονικό ύψος και τα κορίτσια το πιο ψιλό μέσα στο διαθέσιμο φωνητικό εύρος που έχουμε ο καθένας / η καθεμιά μας· τα αγόρια στρογγυλεύουν και προτάσσουν τα χείλη τους για να εκτείνουν τη φωνητική οδό, ενώ τα κορίτσια απλώνουν τα χείλη τους, μικραίνοντάς την. Άλλες έρευνες έχουν αποδείξει ότι οι φωνές των γυναικών έχουν βαθύνει κατά 23 ολόκληρα Hz μέσα στα τελευταία 50 χρόνια σε κράτη όπως Αυστραλία, Σουηδία, ΗΠΑ, Καναδάς λόγω της μεγαλύτερης ισότητας των φύλων στις συγκεκριμένες χώρες (περίπου από ένα λα δίεση κάτω από το μεσαίο ντο σε περίπου ένα σολ).

Το σώμα μας λοιπόν είναι κοινωνικά κατασκευασμένο και η σχέση μας με αυτό μαθημένη. Κάποιες/οι από μας μαθαίνουμε από μικρή ηλικία ότι το σώμα μας είναι λάθος: δεν είναι αρκετά ψηλό, αρκετά λεπτό, αρκετά θηλυκό ή αρρενωπό, αρκετά άτριχο ή τριχωτό, αρκετά σέξι, αρκετά ωραίο, αρκετά άξιο να δείχνεται και να καλλωπίζεται. Σε αυτό συντελούν πολλοί παράγοντες· τεράστιο ρόλο παίζει η σχέση των γονιών μας με το δικό τους σώμα (αν ντρέπονταν για αυτό, αν το έκρυβαν), η στάση τους για τις σωματικές λειτουργίες και τις εκκρίσεις (π.χ. κλείνουμε την πόρτα όταν κατουράμε; κατουράμε ενώ κάνουμε ντους;), καθώς, βέβαια, και το τι μας έλεγαν για το δικό μας σώμα. Είναι πραγματικά απίστευτο πόσοι γονείς μειώνουν και απαξιώνουν το σώμα των παιδιών τους είτε άμεσα (θα γίνεις χοντρή, περπάτα πιο αντρικά) είτε έμμεσα, με συναισθηματικούς εκβιασμούς και αυστηρές προσδοκίες για πώς είναι ένα ιδανικό, επιθυμητό σώμα. Μαθαίνουμε ότι κάποια πράγματα που στο σώμα μας βγαίνουν αβίαστα και φυσικά δεν είναι «σωστά», καθώς δεν ταιριάζουν με τους κοινωνικούς κανόνες για το πώς πρέπει να φέρεται το σώμα μας με βάση το φύλο μας.

Σε αυτή τη συγκρουσιακή σχέση με το σώμα έχει συντελέσει πολύ αρνητικά και ο χριστιανισμός (καθώς και άλλες θρησκείες και φιλοσοφικά ρεύματα), που υποβιβάζουν το σώμα και τις λειτουργίες του ως ευτελέστερες, λιγότερο άξιες και μικρότερης σημασίας σε σχέση με τις πνευματικές λειτουργίες. Το σώμα (και ό,τι σχετίζεται με αυτό, όπως φαγητό, σεξ, κτλ) θεωρείται υποδεέστερη ενασχόληση με την ύλη σε σύγκριση με τις πιο υψηλόφρονες ασχολίες του νου, του πνεύματος, της ψυχής. Σε αυτόν τον δυικό διαχωρισμό ύλης-πνεύματος, το σώμα και οι λειτουργίες του θεωρούνται κάτι που πρέπει να καθυποταχθεί, να ελεγχθεί ή και να τιμωρηθεί.

Έτσι λοιπόν, πολλοί και πολλές από μας έχουμε μια σχέση εχθροπραξιών με το σώμα μας. Όχι μόνο δεν το αγαπάμε, αλλά το υποτιμάμε ή και το σιχαινόμαστε, είτε εξ ολοκλήρου είτε συγκεκριμένα μέρη του. Οι γυναίκες έχουν κατά κανόνα πιο δυσκολεμένη σχέση με το σώμα τους, καθώς η εξωτερική εμφάνιση θεωρείται η βασικότερη, αν όχι μοναδική, πηγή αξίας μιας γυναίκας, ενώ αντίθετα ένας άντρας μπορεί να αντλήσει αξία και κύρος από πολλούς τομείς, ακόμα και αν εμφανισιακά βρίσκεται χαμηλά στην τροφική αλυσίδα. Βέβαια, αυτό αλλάζει τα τελευταία χρόνια, καθώς και οι άντρες αντικειμενοποιούνται όλο και περισσότερο, με αποτέλεσμα τα νέα αγόρια να αναφέρουν αυξημένο άγχος για το σώμα τους και τις διαστάσεις του, σε σχέση με παλιότερα.

Ασήμαντα σώματα

Ειδικά όσον αφορά το πάχος, η κοινωνική απαξίωση είναι εξουθενωτική. Τα χοντρά σώματα απορρίπτονται ως άρρωστα, αντιαισθητικά και δηλωτικά ελαττωματικής προσωπικότητας: οι χοντροί/ές θεωρούνται αδύναμοι χαρακτήρες, τεμπέληδες, αυτοκαταστροφικοί, ηθικά μεμπτοί. Αυτές οι στερεοτυπικές πεποιθήσεις είναι βαθιά ριζωμένες ακόμα και στους ίδιους τους χοντρούς ανθρώπους, σύμφωνα με έρευνες. Σε μια έρευνα, 46% των ατόμων δήλωσαν ότι θα προτιμούσαν να ζήσουν ένα χρόνο λιγότερο παρά να είναι χοντροί, 30% ανέφεραν ότι θα προτιμούσαν να πάρουν διαζύγιο, 25% ότι θα προτιμούσαν να είναι στείροι και 1% να είναι αλκοολικοί παρά να παχύνουν.

Δικαιολογημένα, ίσως, αφού πλήθος ερευνών δείχνει ότι το να είσαι χοντρός, ειδικά αν είσαι γυναίκα, συνεπιφέρει διακρίσεις και εμπόδια στον εργασιακό τομέα, στην εκπαίδευση, στο εισόδημα, στις υπηρεσίες υγείας και τις ερωτικές σχέσεις. Το να είσαι λεπτός/ή σου προσφέρει πολλά προνόμια, τα οποία όσοι είναι λεπτοί δεν τα συνειδητοποιούν, αν και τα απολαμβάνουν καθημερινά.

Έχουμε εκπαιδευτεί τα χοντρά σώματα να μας προκαλούν αποστροφή· αν «βρωμιά είναι ύλη σε λάθος σημείο», όπως το έθεσε η ανθρωπολόγος Μαίρη Ντάγκλας, τότε ένα χοντρό σώμα θεωρείται μιαρό επειδή αποτελείται από ύλη σε λάθος σημεία. Έτσι λοιπόν, εκατομμύρια άνθρωποι, κυρίως γυναίκες, ελπίζουν κάποια στιγμή να φτάσουν στο πολυπόθητο ιδανικό βάρος, αφού μόνο τότε θα τους επιτραπεί να αρχίσουν να ζουν μια «κανονική» ζωή.

Οι γκέι άντρες έχουμε επίσης δυσκολεμένη σχέση με το σώμα μας. Καταρχάς, πολλοί νιώθουμε προδομένοι από το ίδιο μας το σώμα, αφού καυλώνει με το «λάθος» φύλο. Επιπροσθέτως, περιμένουμε ότι θα δεχτούμε διακρίσεις και απόρριψη λόγω του σεξουαλικού μας προσανατολισμού, με αποτέλεσμα να βιώνουμε μειονοτικό άγχος και να σχηματίζουμε μια βαθιά εδραιωμένη πεποίθηση ότι ο κόσμος είναι εξ ορισμού εχθρικός προς εμάς και εμείς μονίμως ευάλωτοι. Το να έχουμε ένα παραδοσιακά αντρικό, αρρενωπό, μυώδες σώμα για πολλούς από εμάς θεωρείται το ιδανικό αντίδοτο προκειμένου να αντισταθμίσουμε τη ρετσινιά της ομοφυλοφιλίας ή/και της θηλυπρέπειας. Ένα μυώδες, χτισμένο σώμα μας δίνει πόντους ανδρισμού, στους οποίους νιώθουμε ότι υστερούμε. Έρευνες δείχνουν ότι τόσο οι στρέιτ, όσο και οι γκέι άντρες επιθυμούν πιο λεπτό και μυώδες σώμα, αλλά οι γκέι άντρες αναφέρουν υψηλότερα ποσοστά δυσφορίας με το σώμα τους απ’ ό,τι οι στρέιτ.

Ως γκέι άντρες έχουμε εκπαιδευτεί να αστυνομεύουμε το σώμα μας, τις κινήσεις του, τη φωνή του, γιατί κινδυνεύουμε να μας προδώσει φανερώνοντας τον προσανατολισμό μας. Εχθρευόμαστε το σώμα μας και ταυτόχρονα θεωρούμε ότι είναι το μοναδικό μέσο για να αποκτήσουμε ερωτική αξία. Χωρίς ένα σφριγηλό, γυμνασμένο σώμα φοβόμαστε ότι θα ριχτούμε στον Καιάδα της γκέι κοινότητας, αφού επικρατεί η στερεοτυπική αντίληψη ότι οι γκέι είμαστε τελείως επιφανειακοί, με πάρα πολύ αυστηρά κριτήρια εμφάνισης, ένα στερεότυπο που ενισχύουμε και διαιωνίζουμε όλοι μας.

Το σώμα μας δυστυχώς δεν μας ανήκει. Μας δίνεται υπό όρους, συχνά επαχθείς και πάντα ερήμην μας. Μπορούμε, ωστόσο, να συμφιλιωθούμε μαζί του, αναγνωρίζοντας την τραυματισμένη μας σχέση μαζί του και δουλεύοντας για να τη θεραπεύσουμε. Αν δεν πάψουμε να έχουμε ψυχροπολεμική στάση ή ακόμα και ανοιχτές εχθροπραξίες μαζί του, το να δεχτούμε μια πρόσκληση να πάμε στην παραλία μας γεμίζει άγχος και οδύνη.

Βιβλιογραφία

Ditum, S., Fat activists want to reclaim their bodies but it is not “fatphobia” to recognise the risks of obesity, New Statesman, retrieved 26 September 2018

Donaghue Ν., Clemitshaw Α., ‘I'm totally smart and a feminist…and yet I want to be a waif’: Exploring ambivalence towards the thin ideal within the fat acceptance movement, , Women's Studies International Forum 35 (2012) 415–425

Eckert, P., & McConnell-Ginet, S. (2003). Language and gender. Cambridge: Cambridge University Press.

Pemberton C., McCormack P., Russell A., Have women's voices lowered across time? A cross sectional study of Australian women's voices, Journal of Voice, Volume 12, Issue 2, 1998

Schwartz Μ., Vartanian L., Nosek Β., and Brownell Κ., The Influence of One’s Own Body Weight on Implicit and Explicit Anti-fat Bias, OBESITY Vol. 14 No. 3 March 2006

Tiggemann Μ., Martins Υ., and Kirkbride Α., Oh To Be Lean and Muscular: Body Image Ideals in Gay and Heterosexual Men, Psychology of Men & Masculinity 2007, Vol. 8, No. 1, 15–24

(1 Ψήφος)