«Η επέμβαση δεν σε κάνει περισσότερο γυναίκα απ’ ό,τι ήδη είσαι»

Φτου & βγαίνω

του Δημήτρη Αγγελίδη

Τρανς γυναίκα και λεσβία, η Χριστίνα αντιμετωπίζει πολλή περιέργεια, αρκετή καχυποψία, κάποιες φορές τη βία. Δεν το βάζει κάτω και διεκδικεί την ταυτότητά της κάθε λεπτό, αφού όλοι θεωρούν ότι έχουν δικαίωμα να την καθορίσουν ερήμην της.

Σε όσους απορούν που βλέπουν στην ταυτότητά της αντρικό όνομα, η Χριστίνα εξηγεί ότι είναι «μια γυναίκα με διαφορετική γυναικεία εμπειρία». Και σε όσους απορούν που τη βλέπουν ζευγάρι με τη Μαρία, μια σχέση σχεδόν επτά χρόνων, απαντά ότι το φύλο δεν υπαγορεύει σεξουαλικές προτιμήσεις ούτε υπαγορεύεται από αυτές.

Τελειόφοιτη Ιατρικής, εικονογράφος στο επάγγελμα, συνεργάτιδα του 10% και μέλος της Λεσβιακής Ομάδας Αθήνας, η Χριστίνα Νεοφώτιστου, 26 χρονών, έχει αποφασίσει να ζει τη ζωή της ανοιχτά και να μη διστάζει να μιλά γι’ αυτήν. Είναι ο τρόπος της να προσπαθεί για έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι δεν κρίνονται από το φύλο και τη σεξουαλικότητά τους.


Όταν άρχισε ν’ αλλάζει το σώμα μου με τις ορμόνες, δυσκολεύτηκα να συνηθίσω ότι έχω βυζί. Το κοπανούσα στις γωνίες όπως περνούσα. Έστριβα στην πόρτα και κλατς! Το ωραίο ήταν όταν είχα ν’ αγοράσω μέικ απ. Πήγαινα στο Hondos και ζητούσα της Lancome το νο. 3 το μπεζ. Με κοιτούσαν με γουρλωμένα μάτια. «Για εσάς;» Είχε πολύ πλάκα.

Μεγάλωσα στο Ηράκλειο κι από μικρή φαντασιωνόμουν πως είμαι κορίτσι. Θυμάμαι μια μέρα μετά το σχολείο, στην Πέμπτη Δημοτικού, ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι μπρούμυτα, αγγιζόμουν και σκεφτόμουν πόσο ωραίο θα ήταν να υπήρχε ένα φερμουάρ ν’ αλλάζω φύλο και να το ξανακλείνω πριν με δουν οι γονείς μου. Στις σεξουαλικές φαντασιώσεις μου, όσες είχα σ’ αυτή την ηλικία, ο εαυτός μου πρωταγωνιστούσε ως κορίτσι. Αλλά μπροστά στον κόσμο έκανα προσπάθειες να κρύβω τη θηλυκότητά μου και να φέρομαι σαν αγοράκι.

Οι περισσότεροι θεωρούν τις τρανς-γυναίκες ειδική κατηγορία γκέι αντρών που υποδύονται τις γυναίκες. Γι’ αυτό σχεδόν όλοι, ακόμα και οι υπόλοιπες λεσβίες, δυσκολεύονται να δεχτούν ότι είμαι γυναίκα, άρα και λεσβία. Με ρωτάνε συχνά: «Αφού ήσουν άντρας και σου άρεσαν οι γυναίκες, γιατί να μπεις στη διαδικασία ν’ αλλάξεις;»

Η σεξουαλική προτίμηση δεν καθορίζει το φύλο. Αλλιώς, μια γυναίκα που θέλει γυναίκες δεν θα ήταν λεσβία, θα ήταν άντρας. Στην πραγματικότητα, μια τρανς γυναίκα είναι γυναίκα όπως οι υπόλοιπες. Δικαιούται να είναι προοδευτική, συντηρητική, φεμινίστρια, θεούσα, λεσβία, μπάι ή στρέιτ.

Το να απαγορεύεις στους τρανς επιλογές που επιτρέπεις στους μη-τρανς είναι τρανσφοβία.

Η πρώτη μου σχέση ήταν στο Λύκειο με μια κοπέλα από τα αγγλικά. Κράτησε έναν χρόνο. Αυτή την περίοδο ο πατέρας μου ηρέμησε ότι δεν είμαι αδερφή, όπως φοβόταν, κι εγώ κατασκεύασα μια αρρενωπή περσόνα, την πίστεψα και καταχώνιασα τις φαντασιώσεις στο συρτάρι με τις αμαρτίες και τις ενοχές. Σιγά-σιγά, καθώς προετοιμαζόμουν για τις Πανελλήνιες, αυτή η αρρενωπή περσόνα εξασθένησε. Από τη μία, ό,τι ήταν να αποδείξω, το είχα αποδείξει με τη σχέση μου, και από την άλλη με το διάβασμα δεν ερχόμουν σε επαφή με πολύ κόσμο ώστε να πρέπει να υποδύομαι διαρκώς ένα ρόλο. Τότε άρχισα να νιώθω ένα βασανιστικό συναίσθημα, σαν κάτι να μην μου πήγαινε καλά. Σκεφτόμουν συνεχώς «γαμώτο, τι σχέση έχω εγώ με αγόρι;» και στεναχωριόμουν, διότι τότε δεν ήξερα ότι υπάρχει διέξοδος.

Λίγο πριν μπω στην Ιατρική, στα 20 μου, γνώρισα τη Μαρία, την τωρινή μου κοπέλα, και ερωτευτήκαμε. Εκείνη τη χρονιά, παρότι προσπαθούσα να μοιάζω αγόρι, και μάλιστα είχα αφήσει γένια που άρεσαν στη Μαρία, ζούσα με τη βεβαιότητα πως είμαι γυναίκα. Με τη Μαρία ένιωσα ότι δεν χρειάζεται να κρύβομαι. Την ίδια χρονιά της είπα αισθάνομαι γυναίκα και ότι σκέφτομαι να κάνω κάτι γι’ αυτό. Αν δεν το δεχόταν, ήταν ελεύθερη να χωρίσουμε. Το μόνο που είπε ήταν ότι βρίσκει γκαντεμιά για μένα να νιώθω γυναίκα και λεσβία, σαν να προέβλεπε ότι θα είχα περισσότερα προβλήματα αποδοχής. Σιγά-σιγά άρχισε να μου μιλά αποκλειστικά στο θηλυκό, και διαλέξαμε το όνομα Χριστίνα, επειδή έτσι έλεγαν μια κοπέλα που μου άρεσε πολύ στο Δημοτικό.

Εγκατέλειψα τελείως την εικόνα της αρρενωπότητας. Άφησα μακριά μαλλιά, φορούσα ό,τι πιο γιούνισεξ μπορούσα, ενίοτε ό,τι πιο εξτρήμ. Έδινα την εικόνα ενός πολύ περίεργου αγοριού, ενός ανδρόγυνου. Σ’ ένα βιβλίο ψυχιατρικής που έγραφε για τον τρανσεξουαλισμό ανακάλυψα μια ταυτότητα που μπορούσα να οικειοποιηθώ. Το είπα σε δυο κολλητούς μου, οι οποίοι το δέχτηκαν, και σε μια περίοδο κατάθλιψης έδωσα το βιβλίο στη μητέρα μου και της είπα «αυτό είμαι». Το διάβασε, έκλαψε, και μου το ξαναέδωσε. Δεν πρέπει να πολυκατάλαβε, γιατί δεν ήθελε να καταλάβει.

Όταν ήμουν στο τέταρτο έτος, στα 24, διοργανώθηκε στα Χανιά μια ομαδική έκθεση νέων ζωγράφων. Είχα ήδη ανεβάσει τη δουλειά μου στο Ίντερνετ ως Χριστίνα Νεοφώτιστου, και δήλωσα συμμετοχή στην έκθεση μ’ αυτό το όνομα. Αναγκαστικά έπρεπε να παραστώ ως γυναίκα. Αν εξαιρέσουμε κάποιες απόπειρες να κυκλοφορήσω με γυναικεία ρούχα στην Αθήνα, όταν ανέβαινα να δω τη Μαρία, αυτό ήταν το πρώτο μου άουτινγκ και πήγε πολύ καλά. Από κει και πέρα, όταν ανέβαινα στην Αθήνα, έβγαινα έξω με τη Μαρία και φίλους ως γυναίκα. Επίσης αναζήτησα έναν ψυχίατρο να με διαγνώσει ως τρανς και να με βάλει σ’ ένα πρόγραμμα με ορμόνες για ν’ αλλάξω το σώμα μου.

Ως τρανς άτομο αναπτύσσεις μεγάλη ευαισθησία στους όρους, διότι η ταυτότητά σου δεν θεωρείται δεδομένη, την διεκδικείς κάθε λεπτό. Όλοι θεωρούν ότι έχουν δικαίωμα να σε καθορίσουν ερήμην σου. Υπάρχει μεγάλη σύγχυση στον κόσμο με τους όρους. «Τραβεστί», από το λατινικό «βέστους», που σημαίνει ένδυμα, είναι ένας άντρας που φοράει γυναικεία ρούχα, ένας κροσντρέσερ.

«Τρανσέξουαλ» ονομάζεται από τους ψυχιάτρους ένα άτομο που δεν νιώθει άνετα στο «βιολογικό φύλο» του, και σαν όρος δεν πολυαρέσει σ’ εμάς τις πολιτικοποιημένες τρανς, διότι οι αναφορές στη βιολογία είναι συνήθως συντηρητικής προέλευσης. Προτιμάμε τον όρο «τρανστζέντερ», που σημαίνει ότι υπερβαίνεις το «κοινωνικό φύλο».

Πάντως το πιο πολιτικά ορθό είναι να πεις «τρανς-γυναίκα» ή «τρανς-άντρας»· είναι όροι που περιλαμβάνουν τα περισσότερα τρανστζέντερ άτομα.

Μια μέρα ο πατέρας μου ανακάλυψε τις φωτογραφίες από τα Χανιά. Ήμουν στο Πανεπιστήμιο να δω τα αποτελέσματα της εξεταστικής, και παίρνω ένα μήνυμα από την αδερφή μου ότι ο μπαμπάς βρήκε τις φωτογραφίες και είναι έξαλλος. Γύρισα σπίτι με το αμάξι σαν ζαβλακωμένη. Με το που άνοιξα την πόρτα, είδα τον πατέρα μου στο σαλόνι να με κοιτάζει μ’ ένα τρομακτικό χαμόγελο και να μου δείχνει τις φωτογραφίες: «Τι είναι αυτά;» Σκέφτηκα ότι είχε έρθει η στιγμή να το μάθει και του είπα ότι πήγα στα Χανιά ντυμένη έτσι κι ότι είμαι γυναίκα. Άρχισαν τα κλάματα κι οι φωνές. «Δεν είσαι γυναίκα», φώναζε, «είσαι άντρας, κοιτάξου στον καθρέφτη, βλέπεις μια γυναίκα;» Απάντησα: «Όχι, αλλά θα ’πρεπε να βλέπω». Συνέχισε να φωνάζει ότι δεν θα γίνω ποτέ γυναίκα.

Κάποια στιγμή ηρέμησε, κάθισε δίπλα μου, άρχισε να με χαϊδεύει στοργικά και είπε «Εντάξει, να το κάνεις». Όταν είδε την ανακούφιση στο πρόσωπό μου, αγρίεψε πολύ. Είπε «Το θέλεις, ε»; Με χτύπησε, πρώτη φορά στη ζωή μου. Άρχισε να φωνάζει «Σκότωσέ με, σκότωσέ με», κι έπεσε στο κρεβάτι παραληρώντας. Έμεινε έτσι πεσμένος στο κρεβάτι τρεις μέρες. Εγώ κλείστηκα στο δωμάτιό μου κι απέξω η μητέρα μου και η αδερφή μου με κατηγορούσαν: «Κοίτα τι του έκανες».

Όταν πέρασαν οι τρεις μέρες και σηκώθηκε ο πατέρας μου, με έβαλε να ορκιστώ ότι δεν θα το ξανακάνω. Ήταν όλη η οικογένεια από πάνω μου να μου λένε «Ορκίσου μας». Εγώ να’ χω πέσει κάτω, να κλαίω και να μην ξέρω τι να πω. Να ορκιστώ τι; Ότι δεν είμαι αυτό που είμαι; Τελικά μπροστά στην πίεση αναγκάστηκα να πω; «Ορκίζομαι, μη στενοχωριέστε, σας παρακαλώ». Έτσι ηρέμησαν τα πράγματα εκείνη την ημέρα. Αλλά τις επόμενες ημέρες ο πατέρας μου έφευγε και μας έπαιρνε τηλέφωνο και έλεγε ότι δεν μπορεί τη ζωή του. Μια μέρα πήγαμε και τον βρήκαμε στο εξοχικό, λιπόθυμο στο πάτωμα, με την καραμπίνα δίπλα του γεμισμένη. Είχα γίνει κομμάτια από την αγωνία. Με το που ξύπνησε και τον συνεφέραμε, το πρώτο που είπε ήταν: «Εσύ φταις για όλα».

Από κει και πέρα η κατάσταση στο σπίτι ήταν τεταμένη. Δεν τους έβλεπα σχεδόν καθόλου, έμενα στο πανεπιστήμιο όσο πιο αργά γινόταν. Στο τελευταίο έτος μετακόμισα στην Αθήνα με σκοπό να κάνω εδώ την πρακτική άσκηση σαν αγόρι, αλλά δεν το άντεχα, ήμουν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Σκέφτηκα μήπως κάνω την πρακτική ως γυναίκα, αλλά η μάνα μου δεν το δέχτηκε, επειδή στο Πανεπιστήμιο υπήρχαν οικογενειακοί γνωστοί. Και τότε, για πρώτη φορά κατάλαβα ότι δεν μπορώ να το υποστώ πια όλο αυτό. Να υποδύομαι το αγόρι γιατί; Για να τελειώσω μια σχολή; Για να μην το συζητάνε στο Ηράκλειο; Δεν μπορούσα να ζήσω έτσι.

Άρχισα τις ορμόνες μόνη μου, γιατί δεν έβρισκα ψυχίατρο που δεχόταν να με διαγνώσει. Για να καταλάβεις πόσο άσχετοι είναι, ο πρώτος ψυχίατρος μ’ έβαλε ν’ απαντήσω τι προτιμώ, να είμαι γυναίκα ή να είναι καλά ο πατέρας μου; Ήταν ό,τι πιο βίαιο μου έχουν πει. Βρήκα το θάρρος, όχι χωρίς τύψεις, ν’ απαντήσω ότι αν νιώθω γυναίκα, δεν είναι επιλογή μου και δεν έχει να κάνει με τον πατέρα μου. Ότι αν ο πατέρας μου δεν είναι καλά, στενοχωριέμαι, αλλά φταίνε οι απόψεις του και φταίει που ο ίδιος δεν προσπαθεί να καταλάβει.

Προφανώς, δεν ξαναπήγα σ’ αυτόν. Οι περισσότεροι ψυχίατροι στην Ελλάδα δεν είναι ενημερωμένοι και σε αντιμετωπίζουν ως άρρωστο, ειδικά αν είσαι τρανς-γυναίκα και λεσβία ή τρανς-άνδρας και αδελφή. Πώς χαρακτήριζαν κάποτε τους γκέι «πάσχοντες εκ βαρείας ψυχοπαθητικής και ανωμάλου προσωπικότητος»; Χειρότερα. Ενώ την ομοφυλοφιλία οι περισσότεροι πια τη δέχονται, τα τρανς άτομα προσπαθούν και καλά να μας θεραπεύσουν. Μια άλλη ψυχολόγος, της ψυχαναλυτικής σχολής αυτή, μου έλεγε ότι πρέπει να αγαπήσω το πέος μου ώστε να στενοχωρηθώ όταν το χάσω. Και μια τρίτη, η οποία ήταν η ίδια τρανς-γυναίκα, σε όλα τα άλλα ήταν θετική αλλά δεν μπορούσε να δεχτεί ότι είμαι τρανς και λεσβία. Έτσι κάθισα μόνη μου, διάβασα ό,τι μπορούσα και άρχισα τις ορμόνες πολύ προσεκτικά.

Τελευταία βρήκα επιτέλους έναν ψυχίατρο που κατάλαβε, και είμαι πια στη φάση του διακανονισμού για την επέμβαση διόρθωσης φύλου. Βέβαια, η επέμβαση δεν σε κάνει περισσότερο γυναίκα απ’ ό,τι ήδη είσαι. Έτσι κι αλλιώς, αυτό που έχω ανάμεσα στα πόδια μου εγώ το λέω μουνί. Αλλά στην Ελλάδα η επέμβαση χρειάζεται, για να μπορείς να είσαι γυναίκα στα μάτια του νόμου. Η πολιτεία δεν κάνει καν την ελάχιστη παραχώρηση να αλλάζεις το μικρό σου όνομα στην ταυτότητα κι αυτό σου δημιουργεί πολλά προβλήματα στις συναλλαγές με τις δημόσιες υπηρεσίες, τα ιατρεία, τους εργοδότες. Σε κάνει πολίτη τρίτης κατηγορίας. Γι’ αυτό το πεζοδρόμιο μοιάζει συχνά η μόνη λύση. Εγώ το απέφυγα, αλλά δεν είναι όλες και όλοι τόσο τυχεροί.

Συχνά γυρίζω σπίτι ξεθεωμένη και βάζω τα κλάματα επειδή έχω υποχρεωθεί να εξηγήσω σε όλους ότι είμαι τρανς. Οι άνθρωποι έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε με κουτάκια. Με το που συνειδητοποιούν ότι είσαι τρανς, σου βρίσκουν άπειρα ψεγάδια, όπως νομίζουν, λες και υπάρχει σωστό και λάθος στην εμφάνιση και τη συμπεριφορά, λες και μια τρανς γυναίκα που δεν τους μοιάζει αρκετά γυναίκα δεν είναι κιόλας. Οι τρανς άνθρωποι, και ιδίως οι τρανς γυναίκες, δεχόμαστε πίεση να μην έχουμε χαρακτηριστικά που προδίδουν ότι είμαστε τρανς. Μου λένε συχνά «μα δεν σου φαίνεται» και το θεωρούν κομπλιμέντο! Ε, είναι τόσο κομπλιμέντο όσο το να πεις σε μια σαραντάρα «για την ηλικία σου, καλά κρατιέσαι».

Όταν πρόσφατα κατέβηκα στο Ηράκλειο, είδα τον πατέρα μου και τη μητέρα μου σ’ ένα κέντρο. Πλησίασα, τους είπα: «Καλησπέρα». Είχα πολλή ανάγκη να τους μιλήσω. Ο πατέρας μου χλώμιασε, είπε στη μητέρα μου: «Πάμε να φύγουμε», σηκώθηκε κι έφυγε. Από όταν έφυγα από το Ηράκλειο δεν μου μιλάει. Η αδερφή μου για πολύ καιρό το ίδιο. Μου είχε στείλει μήνυμα: «Σου έχουν κάνει μάγια σατανικές λεσβίες» κι όταν την πήρα στα γενέθλιά της για χρόνια πολλά, είπε «Τα έχεις κάνει θάλασσα» και το έκλεισε. Τελευταία βλέπω τον πατέρα μου σε εφιάλτες, θυμωμένο και πληγωμένο εξαιτίας μου. Φοβάμαι μήπως αυτή η εικόνα μείνει η μόνη μου ανάμνηση από αυτόν, μήπως ξεχάσω τον πραγματικό μου πατέρα. Εύχομαι να καταλάβει. Είμαι η κόρη του, όπως ήμουν πάντα, άλλο αν δεν μπορούσε να το δει. Κάποια στιγμή, ελπίζω, θα το συνειδητοποιήσει.

Ευτυχώς η μητέρα μου το αποδέχεται πια, ιδίως αφού της μίλησε ο ψυχίατρος. Με παίρνει καθημερινά τηλέφωνο, χαίρεται πολύ που τα πάω καλά με τη δουλειά, που τα πάω καλά με τη Μαρία, που τα πάω καλά ως γυναίκα. Την τελευταία φορά που ήρθε να με δει, ήθελε να μου πάρει μια φούστα και βγήκαμε μαζί στα μαγαζιά. Ήμουν στο δοκιμαστήριο, η μητέρα μου περίμενε απέξω. Μια υπάλληλος τη ρώτησε αν ήθελε να δοκιμάσει κάτι. Τότε άκουσα τη μητέρα μου να λέει «Όχι, μέσα είναι η κόρη μου», κάτι που για μένα ήταν συγκινητικό.

Στη συνέχεια κάναμε επίσκεψη – έκπληξη στην αδερφή μου. Είχε να με δει δυο χρόνια, από πριν αρχίσει ν’ αλλάζει το σώμα μου. Άνοιξε την πόρτα, χαμογέλασε στη μητέρα μου, και το βλέμμα της έπεσε πάνω μου. Έμεινε να με κοιτά με το στόμα ανοιχτό, χωρίς να αντιδρά. Πέρασε ώρα έτσι. Τέλος, ήρθε προς το μέρος μου, άνοιξε τα χέρια της και μ’ αγκάλιασε σφικτά.

(26 Ψήφοι)