Από το πάρκο στο κενό

Βιβλίο

 

Η αναζήτηση ερωτικού συντρόφου ως φυγή από το υπαρξιακό άγχος: Παίρνομαι άρα υπάρχω. Με μια γλώσσα άμεση και λακωνική αλλά συνάμα περίτεχνη, το βιβλίο του Γιάννη Παλαμιώτη καθηλώνει με την ειρωνική, διεισδυτική ματιά του.

του Παναγιώτη Ευαγγελίδη

 

«Από το Πάρκο στο Κενό» είναι μια συλλογή από παλαιότερα και πιο πρόσφατα κείμενα του θεσσαλονικιού συγγραφέα. Ο Γιάννης Παλαμιώτης εμφανίστηκε στην λογοτεχνία την δεκαετία του '70 με δημοσιεύσεις στα περιοδικά Αμφί και Κράξιμο της Πάολας. Κάποια απ' αυτά τα κείμενα εκδόθηκαν σε βιβλίο από τον Εξάντα το 1981 με τον τίτλο «Το πάρκο».

Στην παρούσα έκδοση έχουμε τέσσερις ενότητες κειμένων και ένα επίμετρο. Από το κομμάτι με τον τίτλο «Σκόρπια» μέχρι και το «Διαστροφικά», αυτό που ενώνει και οδηγεί σαν μίτος εξερευνητικός μιας ομοφυλοφιλικής σεξουαλικότητας και μιας ζωής είναι η δευτεροπρόσωπη αφήγηση, αυτή που καθώς τα κείμενα συσσωρεύονται καταλαβαίνουμε ότι είναι ο ίδιος ο συγγραφέας που απευθύνεται στον εαυτό του, ειρωνικός, με το ζωνάρι του λυμένο, θα έλεγα, για όλο και μεγαλύτερες προκλήσεις προς το alter ego του, το οποίο αναλύει, περιγράφει, ειρωνεύεται και γενικά δεν αφήνει σε χλωρό κλαδί, περνώντας κάθε του πράξη, αποχή από πράξη ή σκέψη από ψιλό κόσκινο, με μια γλώσσα άμεση αλλά όχι ενδοτική —κάθε άλλο μάλιστα— σε κάποιου είδους παραφιλολογία.

Υπάρχει μια λακωνικότητα και μια καλοζυγισμένη βιασύνη στη ροή της αφήγησης του συγγραφέα, λες και πρέπει να τελειώνει όσο πιο γρήγορα γίνεται με αυτό που θέλει να μας επικοινωνήσει για να πάει κάπου αλλού, κάπου που τον περιμένει κάτι πιο σημαντικό απ' όλα αυτά.

Μέσα από μια κατάταξη κατά θέματα και τόπους ακολουθούμε τα σεξουαλικά του περιδιαβάσματα στην Θεσσαλονίκη και τα πέριξ της, τις καθόδους του στην πρωτεύουσα, τη ζωή του από παιδάκι μέχρι σήμερα, τον μεγάλο πρώτο έρωτα. Τόποι και θέματα αποτελούν τον σκελετό της αφήγησης, μικρά κείμενα που μπορούν να σταθούν και μόνα τους, αλλά που στο αλυσιδωτό τους ξεδίπλωμα μας δίνουν τα ψήγματα που θα ολοκληρώσουν το παζλ μιας ζωής σε αδιάκοπη ερωτική έξαψη, ανόητους εγωισμούς που θα στερήσουν στον αφηγητή άλλες τόσες ηδονές, μαθήματα που δεν πάρθηκαν ποτέ, άλλα που οδήγησαν σε σκληρούς απολογισμούς. Ο ήρωας χάνει τη ζωή μέσα από τα χέρια του, αλλά προτιμάει να το κάνει με το δικό του στυλ -γιατί βέβαια αλλιώς θα έχανε κάτι που θεωρεί πιο πολύτιμο τον περιμένει υποφέρει αλλά πεισματικά αρνείται να κάμψει τις αντιστάσεις του. Όλοι φυσικά θ' αναγνωρίσουμε κάτι από τον εαυτό μας εκεί μέσα.

Στην επόμενη ενότητα που είναι μια «Μικρή αυτοβιογραφία», όπως λέει ακριβώς και ο τίτλος, κάνουμε ένα πέρασμα από μια ζωή ανάπηρη, ένα βρυκολακιασμένο οικογενειακό πορτραίτο, πέρασμα με απόηχους-φόρους τιμής στον Ταχτσή, μια κυνική ματιά σε μια πραγματικότητα που είναι ίσως σε μεγάλο βαθμό επινοημένη —ή και όχι— αλλά καθρεφτίζει αγωνίες, μιζέριες, ανικανοποίητα και κυρίως απαιδευσία και ανικανότητα για μια πιο συνειδητή ζωή.

Ακολουθούν τρία κείμενα καθόδου στον Άδη. Στο «Μια παράξενη επιδημία» το AIDS έχει μπει στην ζωή των γκέι, και είναι αυτό από τα σπάνια κομμάτια του βιβλίου στο οποίο ακούμε μια φωνή κριτικής και κοινωνικής ματιάς που θα μπορούσε να μεταφραστεί, αν την αναποδογύριζε κανείς, σε κάποιου είδους ένταξη σ' ένα αγώνα για μεγαλύτερη ειλικρίνεια και ξεσκέπασμα μιας σεξουαλικής καταρχάς και, στο βάθος, μιας πιο προσωπικής ταυτότητας.

Στα «Αποσπάσματα ενός ομοφυλοφιλικού λόγου», παρήχηση του τίτλου του βιβλίου του Ρολάν Μπαρτ, ο ήρωάς μας συνεχίζει τις αγωνιώδεις περιπλανήσεις του στα στέκια του πρόσκαιρου και ανώνυμου έρωτα, ικανοποιεί τις ανάγκες του, παίρνει μια ανάσα και μετά συνεχίζει ακάθεκτος, μεγαλώνει όμως, τα πράγματα στο ερωτικό παζάρι δυσκολεύουν, το μέλλον διαγράφεται σκοτεινό. Θα αρχίσει από τώρα να προετοιμάζεται, θα μηχανευτεί μικρά τεχνάσματα που ελπίζει να κάνουν την απελπισία του γήρατος πιο υποφερτή κι εκείνον να φέρει εαυτόν με λιγότερη αναξιοπρέπεια, κι αυτό με την όλο και μεγαλύτερη προσφυγή στην τέχνη της φαντασίωσης.

Ο λόγος του αφηγητή έχει γίνει ακόμα πιο λακωνικός, πιο άμεσος, πιο περίτεχνος στη δοκιμιακή του πλέον διάσταση, σαν η γλώσσα να έχει γίνει επιτέλους λιγάκι αυτό που από την αρχή ήταν η κρυφή της επιθυμία, ένας κερδισμένος χρόνος, μια διάρκεια κομματιασμένη αλλά απτή, εκεί επάνω στην σελίδα που ανατριχιάζει και χασκογελάει.

Στο τέλος αυτής της ενότητας έχουμε ένα κείμενο για τους μπάτσους, αυτοί που στην πραγματικότητα και στη φαντασίωση του ήρωα είναι ένα ακόμα καθρέφτισμα του Όλου σ' ένα μικρό θρυμματισμένο, ένστολο σ' αυτήν την περίπτωση, κομμάτι.

Η τέταρτη ενότητα περιλαμβάνει πιο πρόσφατα κείμενα, έχουμε εδώ την ερωτική αναζήτηση μέσω ίντερνετ με όλα τα συμπαρομαρτούντα και τα τερτίπια της, μια ερωτική ιστορία ασυνεννοησίας και λάθος χρόνων — τέτοιες δεν είναι οι περισσότερες; Καταλήγουμε στο «Κενό», που δανείζει το όνομά του στον τίτλο του βιβλίου· είναι το επίμετρό του και αποτελεί την φιλοσοφική διαθήκη του συγγραφέα του. Έχουμε ξαφνικά το πρώτο αμιγώς δοκιμιακό κείμενο που, στερημένο από την όποια επίφαση δράσης, φαντάζει λίγο γυμνό σε σχέση με αυτό που τα υπόλοιπα καλλιεργούν, δηλαδή ένα προσωπικό ιδιαίτερο στυλ, ένα μείγμα θεωρητικού και τσουχτερά ιδιωτικού λόγου, που νομίζω ότι είναι και το απόγειο της λογοτεχνικής δύναμης του συγγραφέα.

Το «Κενό» πορεύεται στα χνάρια της απαισιόδοξης φιλοσοφικής σκέψης, με έντονους σοπενχαουερικούς τόνους, κυνικό στην αποτίμηση της ζωής και της συμπαντικής μοίρας, ειρωνικό και αδέκαστο προς εαυτόν και ανθρώπους. Κρυφά ναρκισσιστικό στην απελπισία του, με μια επιμονή στα σκοτάδια, εφήβου, όπως ίσως θα ήθελε να παραμείνει για πάντα ο ήρωάς του, ο οποίος προτιμάει ως στάση ζωής να φύγει μάλλον νέος από ετούτη την κοιλάδα των δακρύων και «με ψηλά το κεφάλι», παρά να συρθεί και «να εκφυλιστεί βαθμιαία» χάνοντας αυτό που είναι η κατ' εξοχήν αξία -αυτή που μένει μετά την έκπτωση όλων των άλλων- κάθε ανθρώπου που σκέφτεται, αναζητάει και δημιουργεί, αυτή της αξιοπρέπειας και του εαυτού και της ζωής ως έργων τέχνης.

Ο αφηγητής μας κατατρύχεται από το θνητό της ύπαρξης και πέφτει με τα μούτρα στις συναρπαστικές σύντομες συναντήσεις, στη διασταύρωση του σπαθιού του με τόσες ακόμα υπάρξεις που προσπαθούν να ρίξουν φως στα σκοτάδια τους μέσα από εκείνο που έχει χαρακτηριστεί ο αντίποδας και η άλλη όψη του νομίσματος της ανυπαρξίας. Έρωτας/θάνατος είναι λοιπόν το θέμα κάθε σχεδόν κομματιού του Γιάννη Παλαμιώτη, αναζήτηση εξεύρεσης ερωτικού συντρόφου που βγάζει τον ήρωα από το υπαρξιακό άγχος και τον κάνει να ξεχνιέται και να προσηλώνεται μανιακά στην ικανοποίηση όχι μόνο της σεξουαλικής ανάγκης, αλλά κυρίως της δίψας για λήθη του θανάτου και αποξέχασμα στην απόλαυση. Παίρνομαι άρα υπάρχω.

Τα κείμενα του Γιάννη Παλαμιώτη συνιστούν υπαρξιακή λογοτεχνία, μιας και η έγνοια τους είναι να γίνουν εργαλεία της έκφρασης της αγωνίας για άφημα πίσω τους κάποιου ίχνους που πιθανώς θα επιβιώσει για λίγο του ίδιου του συγγραφέα, λίγο πιο πολύ, μέχρι όλα να τα καταπιούν έτσι κι αλλιώς τα σκοτάδια.

Η ομοφυλοφιλική θεματολογία δεσπόζει, πράγμα που φαντάζομαι θα τα κάνει για πολλούς κατεξοχήν δείγματα «ομοφυλοφιλικής λογοτεχνίας», κι αυτό συμβαίνει επειδή αυτή είναι η ζωή και ο σεξουαλικός δρόμος του αφηγητή μας. Σε τελική ανάλυση, όμως, αυτό προσθέτει απλά μία ακόμα διάσταση και κάνει τα κείμενα να αποκτάνε διπλή αξία, μια αξία καθαρά λογοτεχνική, ανεξάρτητα από το περιεχόμενό τους και μια αξία ιστορική, σχεδόν καθώς ο συγγραφέας έχει κατατάξει και κωδικοποιήσει σχεδόν σαν σε συστηματικό εγχειρίδιο τις ερωτικές και σεξουαλικές πρακτικές ενός έλληνα ομοφυλόφιλου, ακολουθώντας τον κατά πόδας σε κάθε του περιπλάνηση στους τόπους ερωτικών συνευρέσεων και άλλων μαρτυρίων και ηδονών. Κόσμος περίκλειστος, ζοφερός για κάποιον που δεν τον γνωρίζει, πνιγηρός, και που θα κάνει πολλούς να αναρωτηθούν αν αυτό είναι όλο κι όλο η διάμετρος και το άθροισμα μιας ζωής.

Η λογοτεχνία δίνει εδώ την απάντηση: η ίδια η γραφή αναλαμβάνει να μας απογειώσει -πράγμα που σε μεγάλο βαθμό επιτυγχάνεται-, ως ύστατο μέσο και από μηχανής θεός, απ' το σκοτεινό υπόγειο της ύπαρξης· τίποτε δεν είναι αυτό που λένε ότι είναι και περιγράφουν οι φράσεις, καθώς όλα καταλήγουν στη μεταφορά του υπαρξιακού και πεσιμιστικού σύμπαντος του αφηγητή. Σύμπαν συχνά υπερβολικά αδιέξοδο, του οποίου όμως μαθαίνουμε να διαβάζουμε τις χαραμάδες φωτός και αέρα και να τις αναζητάμε στις λέξεις και τα κενά ανάμεσά τους όπως ακριβώς και ο ήρωας στα πάρκα, τα ουρητήρια, τις πλατείες, τα λεωφορεία. Αναπνέουμε μαζί του και αυτό με τον κίνδυνο καμιά φορά να πνιγούμε. Βυθιζόμαστε στις φαντασιώσεις του, που συχνά φλερτάρουν με εκείνες του διεστραμμένου μαρκήσιου, συγχωρούμε τις κακές του συμπεριφορές γιατί είναι βέβαια και δικές μας, κι αυτό μας φέρνει κοντά στην λιγάκι χριστιανική -ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω- και αριστοτελική χροιά των αφηγημάτων, μιας ταύτισης που μας κάνει να παίρνουμε βαθίες ανάσες και να χαμογελάμε άθελά μας με ανακούφιση μπροστά σε μια ανθρωπότητα που είμαστε απλά εμείς και οι καθρέφτες μας.

Ο Γιάννης Παλαμιώτης γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Εκτός από αυτό το βιβλίο, το οποίο είναι έκδοση του Πολύχρωμου Πλανήτη με την υποστήριξη του Λουκά Θεοδωρακόπουλου, έχει δημοσιεύσει το μυθιστόρημα «Οι φίλοι ή Παραχάραξη ηθικής» (Εξάντας, 1984) και την νουβέλα «Μητροκτονία» (Μπιλιέτο, 1996). Ασχολείται κυρίως με το θέατρο και έχει κάνει κατά καιρούς εκπομπές στο ραδιόφωνο.
(10 Ψήφοι)